Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυτάρ

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

αὐτάρ (σύνδ. επικ. αντί του ἀτάρ) (Α)
1. (επί αντιθέσεως) αλλά, όμως, αλλά όμως
2. κατ' αντίθεση προς το μεν
3. εντούτοις, ωστόσο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αύτε, με τη σημασία «εξάλλου» + αρ, επικ. τ. του άρα. Στη χρήση συμπίπτει με το ατάρ, όπου πιθ. οφείλεται και ότι το αυτάρ χρησιμοποιείται (όπως το ατάρ) στην πρώτη θέση της προτάσεως].