Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυταρχικός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

-ή, -ό
1. ο σχετικός με την αυταρχία, ο απολυταρχικός
2. αυτός που θέλει να επιβάλλει την θέλησή του στους άλλους, ο δεσποτικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυταρχία. Η λ. μαρτυρείται από το 1850 στον Στ. Σταυρόπουλο (πρβλ. αγγλ. autarchic)].