Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυταρχικός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-ή, -ό
1. ο σχετικός με την αυταρχία, ο απολυταρχικός
2. αυτός που θέλει να επιβάλλει την θέλησή του στους άλλους, ο δεσποτικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυταρχία. Η λ. μαρτυρείται από το 1850 στον Στ. Σταυρόπουλο (πρβλ. αγγλ. autarchic)].