Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυτοέλικτος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

αὐτοέλικτος, -ον (Α)
1. (για μαλλιά) σγουρός
2. «αὐτοέλικτος κύκλος» — κύκλος που περιστρέφεται κανονικά.