Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυτογνωμοσύνη

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

αὐτογνωμοσύνη, η (Μ) αυτογνωμονώ
1. το να ενεργεί κανείς κατά τη δική του γνώμη
2. το να επιμένει κανείς στη γνώμη του, η ισχυρογνωμοσύνη.