Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυτοθελής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

αὐτοθελής, -ές (AM) θέλω
Ι. αυτός που ενεργεί, που κάνει κάτι με τη θέλησή του
II. επίρρ. αὐτοθελῶς
θεληματικά, εκούσια.