Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυτοκίνητο

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το
αυτοπροωθούμενο (με δικό του κινητήρα) τετράτροχο, συνήθως, όχημα χερσαίων μεταφορών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυτοκίνητον, ουδ. του αρχ. επιθ. αυτοκίνητος, ως απόδοση του γαλλ. automobile.
ΠΑΡ. νεοελλ. αυτοκινητάδα, αυτοκινητικός, αυτοκινητιστής.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. αυτοκινητόδρομος].