Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυτοκίνητο

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

το
αυτοπροωθούμενο (με δικό του κινητήρα) τετράτροχο, συνήθως, όχημα χερσαίων μεταφορών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυτοκίνητον, ουδ. του αρχ. επιθ. αυτοκίνητος, ως απόδοση του γαλλ. automobile.
ΠΑΡ. νεοελλ. αυτοκινητάδα, αυτοκινητικός, αυτοκινητιστής.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. αυτοκινητόδρομος].