Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αφθονία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (AM ἀφθονία) άφθονος
πλήθος, περίσσεια, υπερεπάρκεια
αρχ.
1. (κυρίως για προϊόντα) άφθονη παραγωγή, σε αντίθεση με την αφορία
2. το να μην αισθάνεται κανείς φθόνο για κάποιον ή κάτι.