Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αχόρταγος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

και αχόρταστος, -η, -ο (AM ἀχόρταστος, -ον χορτάζω
αυτός που δεν μπορεί να χορτάσει, ο ακόρεστος, ο άπληστος
νεοελλ.
1. αυτός που δεν χόρτασε, ο πεινασμένος
2. λαίμαργος, αδηφάγος
3. ανικανοποίητος.