Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰ

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: αἰ Medium diacritics: αἰ Low diacritics: αι Capitals: ΑΙ
Transliteration A: ai Transliteration B: ai Transliteration C: ai Beta Code: ai)

English (LSJ)

Dor. and Aeol. for εἰ,

   A if, Epich.55,170, before a vowel αἰκ Id.21, Sophr.25:—in Hom. only αἴ κε or κεν, if only, so that, always c. subj., exc. in or. obliq., as Il.7.387; Dor. αἴκᾱ Epich.35, Theoc. 1.4,al.    II αἲ γάρ (with accent), Ep. for εἰ γάρ, O that! would that! c. opt., Il.7.132,al., cf. Hdt.1.27; once c. inf., αἲ γάρ… παῖδά τ' ἐμὴν ἐχέμεν καὶ ἐμὸς γαμβρὸς καλέεσθαι Od.7.311.—Cf. αἴθε.

Greek (Liddell-Scott)

αἰ: Δωρ. ἀντὶ τοῦ εἰ, ἐάν. Ἐπιχ. 44, 94. Ahr. καὶ ἀλλ.: - παρ’ Ὁμήρῳ μόνον αἴ κε ἢ κεν, ἐὰν μόνον, οὕτως ὥστε, Λατ. dummodo, ἀείποτε μετὰ ὑποτακτ. πλὴν ἐπὶ πλαγίου λόγου, ὡς ἐν Ἰλ. Η. 387· (ἐν Ἰλ. Ε. 279. ὁ Wolf γράφει αἴ κε τύχωμι, ἀντὶ τύχοιμι, καὶ ἐν Ὀδ. Ω. 217 ἐπιγνώῃ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἀντὶ ἐπιγνοίη, πρβλ. Spitzn. Ἰλ. Ω. 688.)· οὕτω Δωρ. αῐκᾱ, Ἐπιχ. 19. 11, Θεόκρ. 1. 4, καὶ ἀλλ. ΙΙ. αἳ γάρ (μετὰ τόνου), Ἐπ. ἀντὶ τοῦ εἰ γάρ, (ἴδε εἰ, VII. 2. β.) πρὸς ἔκφρασιν εὐχῆς, ἐπιθυμίας = εἴθε! Λατ. utinam! παρ’ Ὁμ. ἀείποτε μετ’ εὐκτ. ἐν δὲ τῇ Ὀδ. Η. 313: αἲ γάρ... παῖδά τ’ ἐμὴν ἐχέμεν καὶ ἐμὸς γαμβρὸς καλέεσθαι, λέξις τις ὡς τὸ ἐθέλοις πρέπει νὰ ὑπονοηθῇ· οὕτω παρ’ Ἡροδ. 1. 27: οὕτω καὶ αἳ μόνον παρὰ Αἰολ. καὶ Δωρ. συγγραφεῦσι, πρβλ. αἴθε.

French (Bailly abrégé)

conj;
dor. et épq. c.
εἰ, si.

English (Autenrieth)

if, if only, whether; conjunction, used in conditional clauses, and in the expression of a wish; always with κέ, κέν (never ἄν), or γάρ, and never separated from these particles by another particle (εἰ δέ κε, never αἰ δέ κε).—I. conditional, regularly foll. by subj., rarely by opt. (Il. 7.387, Od. 13.389). Here belongs the so-called ‘interrogative’ use, as πειρήσομαι αἴ κε τύχωμι, Il. 5.279.—II. optative, to express a wish, ‘would that,’ αἲ γάρ, or αἲ γὰρ δή w. opt., generally referring to fut. time, but sometimes of an unfulfilled wish in pres. time (Il. 7.132); foll. by inf., Od. 7.311, Od. 24.376.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): ép., eol. y dór. (jon.-át. εἰ q.u.)

• Morfología: αἰκ' ante vocal, Epich.8.1, Sophr.33, B.17.64; αἰχ' ante vocal aspirada, Epich.143; αἴ κᾱ Epich.103.5, 10, 142.2, Ar.Ach.835, IGBulg.12.307.18 (Mesambria III a.C.); αἴτε κα Sophr.10, Hom. siempre c. otra particula αἴ γὰρ, αἴ κε(ν), αἴθε (q.u.); escrito en una o dos palabras según los edd.
1 indep. αἲ γάρ ojalá c. opt. αἲ γὰρ ... μήτε τις ... φύγοι Il.16.97, cf. Od.3.205, Ζεῦ πάτερ, αἰ γὰρ ἐμὸς πόσις εἴη Alcm.81, αἲ γὰρ ... ἑξηκονταέτη μοῖρα κίχοι θανάτου Mimn.6, cf. Hdt.1.27
c. inf. αἲ γὰρ ... παῖδά τ' ἐμὴν ἐχέμεν Od.7.311.
2 en or. finales c. subj. u opt. obl. por si, por si acaso, a ver si, para ver si αἴ κέν πως ... βούλεται ἀντιάσας ἡμῖν ἀπὸ λοιγὸν ἀμῦναι Il.1.66, Λῦδοι ... στά[τηρας] ἄμμ' ἔδωκαν, αἴ κε δυναίμεθ' ... ἐς πόλιν ἔλθην Alc.69.3, χρὴ σπεύδειν αἴ κ' ὄφελός τι γενώμεθα Il.13.236, πειρήσομαι, αἴ κε τύχωμι Il.5.279, esp. c. verbos de ‘decir’ o ‘pensar’ εἰπέμεναι πυκινὸν ἔπος, αἴ κ' ἐθέλωσι Il.7.375, εἰπέ μοι αἴ κε ... γνώω Od.14.118, cf. Il.1.207, Od.1.279.
3 en la prótasis de condicionales si c. ind. pres. αἰ φεύγει, ταχέως διώξει Sapph.1.21, cf. 1.22, 23
esp. c. λῶ querer αἰ δὲ λῇς Epich.20, Carm.Pop.24.2, αἰ λῇς Ar.Ach.772, Theoc.5.64, αἰ πὸτ ἀριθμόν τις περισσόν, αἰ δὲ λῇς πὸτ ἄρτιον, ποτθέμειν λῇ ψᾶφον ... si a un número impar, o si quieres par, se quiere añadir una piedrecita ... (¿crees que permanece igual?), Epich.152.7, c. impf. αἰ δὲ μὴ ἐγὼν ἔμασσον ταῖς αὐταυτᾶς χερσίν Sophr.27
c. fut. αἴ κεν ... πεφιδήσεται, οὐδ' ἐθελήσει ἐκπέρσαι ... ἴστω τοῦθ' Il.15.213-17, αἰ δέ κ' ἄμμι Ζεῦς τελέσει νόημμα Alc.361
c. opt. ἠνώγει ... εἰπεῖν, αἴ κέ περ ὔμμι φίλον ... γένοιτο Il.7.387, cf. Od.13.389, SEG 30.380.7 (Tirinto VII a.C.), Epich.8.1, Dialex.2.18, Theoc.5.20
gener. c. subj. μοι ... ἄχος ... ἔσσεται ... αἴ κε θάνῃς Il.4.170, cf. 5.762, Od.2.188, h.Merc.566, αἰ δέ κ' ἄγɛ̄ι ICr.4.72.1.3, cf. IGBulg.12.307.18 (Mesambria III a.C.), αἴ κ' εἴπῃς τὰ θέλῃς <καί κεν> ἀκούσαις τά κεν οὐ θέλοις Alc.341, cf. 249, Sapph.98a.3, Epich.103(b).10, 142.3, 143, Theoc.1.4, 9
c. comparaciones αὔτα ἐκπρεπὴς τὼς ὥσπερ αἴ τις ἐν βοτοῖς στάσειεν ἵππον ... ἀεθλοφόρον ella resalta como si alguien colocara un caballo de carreras entre el ganado Alcm.1.46, c. perf. ind. ὥσπερ αἰκ ἐξ ἑνὸς κελεύματος κεχάναντι ἁμὶν πᾶσαι (κόγχαι) como si a una orden se hubieran abierto para nosotros todas (las conchas) Sophr.33.

• Etimología: Prob. variante de la raíz pronominal *e/o; cf. εἰ.

Greek Monotonic

αἰ: Δωρ. και Επικ. αντί εἰ, αν·
I. αἴ κε ή κεν, εάν μόνο, έτσι ώστε, Λατ. dummodo, με υποτ., σε Όμηρ.· ομοίως και Δωρ. αἴκᾱ, σε Θεόκρ.
II. αἲ γὰρ (με τόνο), Επικ. αντί εἰ γάρ, για να εκφραστεί μια ευχή· άμποτε! είθε, μακάρι! Λατ. utinam! με ευκτ. πάντοτε, σε Όμηρ.· πρβλ. αἲθε.

Russian (Dvoretsky)

αἰ: эп.-дор. (= εἰ)
1) (в случае), если (бы); αἴ κέ περ ὔμμι φίλον γένοιτο Hom. если вам это будет приятно;
2) (не …) ли: ὄφρα ἴδητ᾽ αἴ κ᾽ ὔμμιν ὑπέρσχῃ χεῖρα Hom. чтобы вам узнать, не протянет ли он вам руку помощи.

Frisk Etymological English

Meaning: if
See also: εἰ.

Middle Liddell


I. if:— αἴ κε or κεν if only, so that, Lat. dummodo, with subj., Hom.; so doric αἴκᾱ, Theocr.
II. αἲ γάρ (with accent), epic for εἰ γάρ, to express a wish, O that! would that! Lat. utinam! with opt., Hom.; cf. αἴθε.

Frisk Etymology German

αἰ: {ai}
Meaning: wenn
See also: s. εἰ.
Page 1,29