Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰγίθαλλος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: αἰγίθαλλος Medium diacritics: αἰγίθαλλος Low diacritics: αιγίθαλλος Capitals: ΑΙΓΙΘΑΛΛΟΣ
Transliteration A: aigíthallos Transliteration B: aigithallos Transliteration C: aigithallos Beta Code: ai)gi/qallos

English (LSJ)

or αἰγίθᾱλος, ὁ,

   A t tmouse (of various species), parus, Ar.Av.888, Alc.Com.3, cf. Arist.HA592b17, 616b3: prov., αἰγιθάλου τολμηρότερος, Apostol.1.76.

Greek (Liddell-Scott)

αἰγίθαλλος: ἢ αἰγίθᾱλος, ὁ, πτηνόν τι τῆς μελίσσης πολέμιον, Λατ. parus, Ἀριστοφ. Ὄρν. 887, Ἀλκαῖος Κωμ. ἐν «Γανυμήδει», 2· πρβλ. Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 8. 3, 4., 9. 15, 2· ἐν τοῖς χειρογράφοις πολλάκις γράφεται ὀξύτονον, ἀλλ’ ἴδε Ἀρκάδ. 55. Α. Β. 360.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
mésange, oiseau.
Étymologie: αἴγιθος.

Greek Monotonic

αἰγίθαλλος: ή αἰγίθᾱλος, ὁ, μελισσοφάγος, Λατ. parus, σε Αριστοφ.

Middle Liddell

the titmouse, Lat. parus, Ar.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἰγίθαλλος -ου, ὁ αἴγιθος: soort vink] mees (vogel).

Frisk Etymology German

αἰγίθαλλος: -θαλος
{aigíthallos}
Grammar: m.
Meaning: ‘Meise (Parus)’ (Ar., Arist. usw.).
Derivative: Von αἴγιθος (αἰγίοθος) ‘Hänfling?’ (Arist. u. a.) nicht zu trennen;
Etymology : Ursprung unbekannt. Vgl. Thompson Birds s. vv.
Page 1,31