Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰχμή

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: αἰχμή Medium diacritics: αἰχμή Low diacritics: αιχμή Capitals: ΑΙΧΜΗ
Transliteration A: aichmḗ Transliteration B: aichmē Transliteration C: aichmi Beta Code: ai)xmh/

English (LSJ)

ἡ, (Aeol. αἴχμα AB1095)

   A point of a spear, πάροιθε δὲ λάμπετο δουρὸς αἰ. χαλκείη Il.6.320; αἰ. ἔγχεος 16.315.    2 generally, point, of arrows, τοξουλκὸς αἰ. A.Pers.239; ἀγκίστρου, κεράων, Opp.H. 1.216, C.2.451.    II spear, Il.12.45, etc.; δαμασίμβροτος αἰ. Pi.O. 9.79; πρὸς τὴν αἰχμὴν ἐτράπετο took to his spear, Hdt.3.78; αἰχμῇ εἷλε with the spear, i.e. in war, Id.5.94; otherwise rare in Prose, X.Cyr. 4.6.4.    b metaph. of the trident of Poseidon, A.Pr.925.    2 body of spear-bearers, Pi.O.7.19, E.Heracl.276.    3 war, battle, κακῶς ἡ αἰ. ἑστήκεε the war went ill, Hdt.7.152; παρμένοντας αἰχμᾷ standing their ground in battle, Pi.P.8.40; θηρῶν with wild beasts, E.HF158.    4 metaph. of plague, sharpness, βρωτῆρας αἰ. A.Eu. 803.    III warlike spirit, αἰ. νέων θάλλει Terp.6; θρέψε δ' αἰχμὰν Ἀμφιτρύωνος Pi.N.10.13; γυναικὸς αἰ. a woman's temper, A.Ag.483 (lyr.), cf. Ch.630 (lyr.; but perh. = rule, cf.Pr.406). (Cf. Lith. jiešmas 'spit'.)

Greek (Liddell-Scott)

αἰχμή: ἡ (ἴδε ἐν τέλ.), ἡ αἰχμή, ὅ ἐ. τὸ ἄκρον τοῦ δόρατος, λόγχης, Λατ. cuspis, πάροιθε δὲ λάμπετο δουρὸς αἰχμὴ χαλκείη, Ἰλ. Ζ. 319· οὕτως αἰχμὴ ἔγχεος, Π. 315· τὸ δὲ ξύλον ὠνομάζετο ξυστόν, Ἡρόδ. 1. 52. 2) ἡ αἰχμή, τὸ ὀξὺ ἄκρον οἱουδήποτε πράγματος, ἀγκίστρου, κεράτων, Ὀππ. Ἁλ. 1. 216C. 2. 451. ΙΙ. λόγχη, δόρυ, Ἰλ., Ἡρόδ., καὶ Τραγ.· πρὸς τὴν αἰχμὴν ἐτράπετο, ἔδραμεν, ἐστράφη πρὸς τὸ δόρυ αὐτοῦ, Ἡρόδ. 3. 78· αἰχμῇ εἷλε, διὰ τοῦ δόρατος, ὅ ἐ. ἐν πολέμῳ (ἴδε κατωτέρω 3), ὁ αὐτ. 5. 94· τοξουλκὸς αἰχμή, ἐπὶ βέλους, Αἰσχύλ. Πέρσ. 239· ἴδε κατωτέρω 3· σπάνιον παρὰ πεζοῖς τῶν Ἀττ., Ξεν. Κύρ. 4. 6, 4. β) ἴσως μετὰ τῆς σημασίας τοῦ σκήπτρου, Αἰσχύλ. Πρ. 405, 925· ἴδε κατωτέρω ΙΙΙ. 2) σῶμα ἀνδρῶν φερόντων δόρυ, ὡς τὸ ἀσπίς, Πινδ. Ο. 7. 35, Π. 8. 58. Εὐρ. Ἡρακλ. 276· πρβλ. ἀσπίς Ι. 2. 3) πόλεμος, μάχη, κακῶς ἡ αἰχμὴ ἑστήκεε, ὁ πόλεμος ἔκλινε κακῶς, Ἡρόδ. 7. 152· θηρῶν, μάχη μετὰ ἀγρίων θηρίων, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 158: - ἰδίως ἐν τοῖς συνθέτοις, ὡς, αἰχμάλωτος, μεταίχμιος, ὁμαιχμία· πρβλ. δόρυ. 4) μεταφ., ἐπὶ λοιμικῆς νόσου, λοιμοῦ καὶ τῶν ὁμοίων, Αἰσχύλ. Εὐμ. 803 (ἐὰν ἡ λέξις δὲν εἶναι ἐφθαρμένη). ΙΙΙ. φιλοπόλεμον πνεῦμα, διάθεσις, αἰχμὰ νέων θάλλει, Τέρπαν. 6· θρέψε δ’ αἰχμὰν Ἀμφιτρύωνος, Πινδ. Ν. 10. 23· οὕτως ἐν Αἰσχύλ. Ἀγ. 483., Χο. 625, γυναικὸς ἢ γυναικεία αἰχμά, φαίνεται = γυναικεῖον πνεῦμα, γυναικεία διάδεσις· ἀλλ’ ὁ Ἕρμαν. ἑρμηνεύει: imperium, κράτος, κυριαρχίαν, ἴδε ἀνωτ. ΙΙ. 1. (Ἴσως ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ἀΐσσω, ὡς τὸ δραχμὴ πρὸς τὸ δράσσομαι, Δοναλσ. Νέος Κρατ. σ. 224. Ὁ Κούρτιος ὑπολαμβάνει ὅτι ἔγεινεν ἐξ ὑποθετικῆς λέξεως ἀκιμή, παραχθείσης ἐκ τῶν ἀκή, ἀκίς).

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
A. I. pointe de lance de javelot;
II. p. ext. 1 lance;
2 combat, lutte, guerre;
3 domination : γυναικὸς αἰχμή ESCHL domination d’une femme;
B. p. anal. 1 pointe d’un trait;
2 le trident de Poséidon;
3 sceptre.
Étymologie: p. *ἀκίμη, de ἀκίς.

English (Autenrieth)

point of lance, lance, spear.

Greek Monolingual

η (Α αἰχμή)
1. η αιχμηρή απόληξη, το άκρο κάθε μυτερού αντικειμένου (δόρατος, ξίφους, αγκίστρου, βελόνας κ.λπ.)
2. το ακρότατο σημείο, η κορύφωση (αιχμή μιας αρρώστιας, αιχμή της οικονομικής κρίσης, αιχμή της κυκλοφορίας)
αρχ.
1. το άκρο, η λόγχη του δόρατος
2. το ίδιο το δόρυ
3. σώμα στρατιωτών που έφεραν δόρυ, οι αιχμοφόροι
4. πόλεμος, μάχη, συμπλοκή
5. (για αρρώστιες)
δριμύτητα, οξύτητα
6. φιλοπόλεμο πνεύμα, αλλά και γενικά οξυθυμία, ευέξαπτος χαρακτήρας
7. η τρίαινα του Ποσειδώνος
8. (δοτ. εν.) αἰχμῇ
με το δόρυ, δηλ. στον πόλεμο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη κυρίως ποιητική. Στον πεζό λόγο της αρχαίας με εξαίρεση τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα τόσο η ίδια η λ. αἰχμὴ όσο και τα παράγωγά της δεν χρησιμοποιούνται. Χρησιμοποιείται μόνον ευρύτερα το σύνθ. αιχμάλωτος (< αἰχμὴ + ἁλωτὸς < ἀλίσκομαι «συλλαμβάνω, κυριεύω») σε συνεχή χρήση μέχρι σήμερα. Η λέξη αἰχμὴ ανάγεται στη ΙΕ ρίζα αἰκ- «δόρυχτυπώ με αιχμηρό όπλο» (πρβλ. λιθουαν. iēšmas, αρχ. πρωσσ. aysmis «λόγχη»). Ήτοι αἰκ-σμᾱ > αἰχ-μά / αἰχ-μὴ (ο τ. με -ς- μαρτυρείται από τα Μυκηναϊκά: aikasama = αἰκ-σμᾱ). Αρχική σημ. της λ. ήταν η δήλωση του «αιχμηρού, μυτερού άκρου, της αιχμής» — εν συνεχεία σήμανε συνεκδοχικά «το ακόντιο» και μεταφορικά «τη μάχη». Ομόρριζα του αἰχμὴ είναι η γλώσσα του Ησυχίου αἶκλοι («αἱ γωνίαι τοῦ βέλους») και τύποι με μηδενισμένη (χωρίς α) βαθμίδα θέματος (πρβλ. λατ. ico «βάλλω, κτυπώ»), όπως κυπρ. ἰκμαμένος (= «αιχμημένος», πληγωμένος), ἰκτέα («ακόντιον») στον Ησύχιο, ἴκταρ, επίρρ. «στην άκρη του, μόλις ακουμπώντας, κοντά», πιθ. και τα ἴγδις, ἴγδη «το γουδί».
ΠΑΡ. αρχ. αἰχμάζω, αἰχμητήρ, αἰχμητής, αἰχμήεις
νεοελλ.
αιχμηρός, αιχμικός.
ΣΥΝΘ. αιχμάλωτος, αρχ. αἰχμόδετος, αἰχμοφόρος
νεοελλ.
αιχμοφιδής, αιχμοφοβία].

Greek Monotonic

αἰχμή: ἡ (ἀκή I ή ἀΐσσω),
I. άκρη δόρατος, αιχμή λόγχης, Λατ. cuspis, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.
II. 1. λόγχη, δόρυ, στο ίδ. κ.λπ.· τοξουλκὸς αἰχμή, λέγεται για βέλος, σε Αισχύλ.
2. σώμα, ανδρών που φέρουν δόρυ, σε Πίνδ., Ευρ.· πρβλ. ἀσπίς.
3. πόλεμος, μάχη· κακῶς ἡ αἰχμὴ ἐστήκεε, ο πόλεμος είχε άσχημη τροπή, σε Ηρόδ.
III. φιλοπόλεμο πνεύμα, παρορμητική διάθεση, σε Πίνδ.· ομοίως, σε Αισχύλ., η φράση γυναικὸς ή γυναικεία αἰχμὰ φαίνεται να σημαίνει «γυναικείο πνεύμα».
IV.ηγεμονία, κυριαρχία, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

αἰχμή: дор. αἰχμά
1) наконечник или острие копья (ἔγχεος, δουρός Hom.; λόγχης Eur., Her.);
2) копье Hom., Her., Xen.: αἰ. ἡ Ποσειδῶνος Aesch. копье, т. е. трезубец Посидона;
3) стрела (τοξουλκὸς αἰ. Aesch.);
4) отряд копейщиков Pind.: ἥξω πολλὴν λαβὼν αἰχμήν Eur. я приеду с многочисленным отрядом копейщиков;
5) война, сражение, бой (πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους Her.): κακὸς πρὸς αἰχμήν Soph. трусливый в бою; θηρῶν αἰ. Eur. бой со зверями;
6) воинственность (Ἀμφιτρύωνος Pind.);
7) власть, господство (γυναικός Aesch.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: point of a spear, spear (Il.). On its use in Homer s. Trümpy Fachausdrücke 52ff.
Dialectal forms: Myc. aikasama \/aiksma\/.
Compounds: αἰχμ-άλωτος prisoner-of-war (Pi.)
Derivatives: αἰχμητής spearman, warrior (Il.). - Denominativum: αἰχμάζω throw the spear, arm with a spear (Il.).
Origin: IE [Indo-European] [15] *h₂eiḱ- spear
Etymology: Mycenaean proves *aiksma. The word was connected with αἶκλοι αἱ γωνίαι τοῦ βέλους H. and with Lith. iẽšmas, OPr. aysmis spit (< -ḱ(s)m-); the original meaning must have been point. In Greek further Cypr. ἰκμαμένος wounded (Ruijgh El. ach. 136), ἰκτέα ἀκόντιον H.and perhaps ἴκταρ near. Uncertain: ἴγδις f. (Sol.), ἴγδη (Hp.) mortar.

Middle Liddell

[ἀκή I, or ἀΐσσω
I. the point of a spear, Lat. cuspis, Il., etc.
II. a spear, Il., etc.; τοξουλκὸς αἰχμή, of an arrow, Aesch.
2. a body of spearmen, Pind., Eur.; cf. ἀσπίς.
3. war, battle, κακῶς ἡ αἰχμὴ ἐστήκεε the war went ill, Hdt.
III. warlike spirit, mettle, Pind.; so, in Aesch., γυναικὸς or γυναικεία αἰχμά seems to be a woman's spirit.
IV. a sceptre, Aesch.

Frisk Etymology German

αἰχμή: {aikhmḗ}
Meaning: Lanzenspitze, Lanze, übertr. Krieg (ep. poet., Hdt., sonst selten in d. Prosa; zum Gebrauch bei Homer s. Trümpy Fachausdrücke 52ff.).
Composita : Ein festes Kompositum ist αἰχμάλωτος Kriegsgefangener (ion. att.) mit mehreren Ableitungen: fem. αἰχμαλωτίς, Adj. αἰχμαλωτικός, Abstr. αἰχμαλωσία. Dazu zwei Denominative, beide hell. und spät: αἰχμαλωτίζω und (seltener) αἰχμαλωτεύω. Von αἰχμαλωτίζω: αἰχμαλωτιστής und αἰχμαλωτισμός.
Derivative: Ableitungen: αἰχμήεις lanzenbewaffnet (A., Opp.); αἰχμητής Lanzenschwinger (ep. poet.), daneben αἰχμητά Ε 197 (zur Erklärung Schwyzer 560), fem. αἴχμητις EM; sekundär αἰχμητήρ (Opp., Q. S., Nonn.); — αἰχμητήριος lanzenbewaffnet, kriegerisch (Lyk. 454 am Versende, vgl. Chantraine Formation 45). — Denominativum: αἰχμάζω die Lanze schwingen, auch mit Lanze bewaffnen (ep. poet.).
Etymology : Wegen αἶκλοι· αἱ γωνίαι τοῦ βέλους H. auf *αἰκσμα zurückzuführen und mit lit. iẽšmas, apreuß. aysmis Bratspieß (< -(s)m-) am nächsten verwandt. Schmidt Zur Geschichte d. idg. Vokalismus 1, 76, weitere Lit. bei Bq, WP. 1, 7f., Pok. 15. — Ein anderer Ablaut liegt vor in kypr. ἰκμαμένος (= ἰχμ-? oder sogar = ἰγμ-? Bechtel Dial. 1, 448) verwundet, ἰκτέα· ἀκόντιον H., ἴκταρ (ep. lyr.) nahe, eig. "anstoßend", vgl. zur Bed. aind. ghanám nahe zu han- schlagen. In Betracht kommen ferner: ἴγδις f. (Sol., Dsk. u. a.), ἴγδη (Hp., Hdn.) Mörser, das von λίγδος ib. beeinflußt worden ist (Osthoff bei Solmsen Wortf. 172, Güntert Reimwörter 158), auch ἴξ, s. d. Mit demselben Ablaut wahrscheinlich lat. ico treffen, verwunden, vgl. W.-Hofmann s. v.
Page 1,48