Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἴθω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: αἴθω Medium diacritics: αἴθω Low diacritics: αίθω Capitals: ΑΙΘΩ
Transliteration A: aíthō Transliteration B: aithō Transliteration C: aitho Beta Code: ai)/qw

English (LSJ)

only pres. and impf.,

   A light up, kindle, Hdt.4.145, A.Ag.1435; θεοῖς ἱερά S.Ph. 1033; λαμπάδας E.Rh.95; δάφναν Theoc.2.24, etc.; πυρά E.Rh.41,78,823: metaph., σέλας ὄμμασιν αἴθει AP12.93 (Rhian.); χόλον αἶθες ib.5.299 (Paul. Sil.).    2 rarely intr., burn, blaze, Pi.O.7.48; λαμπτῆρες οὐκέτ' ᾖθον S.Aj.286.    3 Pass., αἴθομαι, burn, blaze, Hom. always in part., πυρὸς μένος αἰθομένοιο Il. 6.182, cf. 8.563; αἰ. δαλός 13.320; δαΐδες Od.7.101, cf. Pi. O.1.1, Pae. 6.97, E.Hipp.1279, etc.; after Hom. in other moods, αἴθεται κάλλιστα [τὰ ὀστέα] Hdt.4.61; αἰθέσθω δὲ πῦρ E.IA1470; δώματ' αἴθεσθαι δοκῶν Id.Ba.624, cf. X.An.6.3.19: metaph., ἔρωτι αἴθεσθαι X.Cyr.5.1.16, cf. AP12.83 (Mel.); αἴθετο… ἔρως (Ep. impf.) burnt fiercely, A.R. 3.296. (Cf. Lat. aestas, aestus: the weak form of the root appears in ἰθαίνεσθαι, cf. Skt. inddhé 'kindles'.)

Greek (Liddell-Scott)

αἴθω: εὕρηται μόνον κατ’ ἐνεστ. καὶ παρατατ., ἀνάπτω, καίω, αἴθειν πῦρ, Ἡροδ. 4. 145, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1435· θεοῖς ἱερά, Σοφ. Φ. 1033· λαμπάδας, Εὐρ. Ρῆσ. 95· Θεόκρ., κτλ. (ὅθεν ἴσως πῦρ) αἴθειν, πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ ἀντὶ πυραίθειν ἐν Εὐρ. Ρήσ. 41, 78. 823): - μεταφ., σέλας ὄμμασιν αἴθει, Ἀνθ. Π. 12. 93· χόλον αἴθ., αὐτόθι 5. 300. 2) σπανίως ἀμετάβ. = καίομαι, φλέγομαι, ἀναλάμπω, Πινδ. Ο. 7, 87· λαμπτῆρες οὐκέτ’ ᾖθον, Σοφ. Αἴ. 286. 3) ἐπὶ ταύτης τῆς σημασ. τὸ παθητ. αἴθομαι εἶναι ἐν χρήσει παρ’ Ὁμήρ. ἀείποτε κατὰ μετοχ., πυρὸς μένος αἰθομένοιο, Ἰλ. Ζ. 182, πρβλ. Θ. 559, κτλ., αἰθ. δαλός, Ν. 320· αἴθ. δᾷδες, Ὀδ. Η. 101· οὕτω παρὰ Πινδ. Ο. 1. 2· Εὐρ. Ἱππ. 1279, κτλ., οὕτω μεθ’ Ὅμ. αἴθεται κάλλιστα, [τὰ ὀστέα], Ἡρόδ. 4. 61· αἰθέσθω δὲ πῦρ, Εὐρ. Ι. Α. 1471· δώματ’ αἴθεσθαι δοκῶν, ὁ αὐτ. Βάκχ. 624, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 6. 3, 19: - μεταφ. ὡς τὸ Λατ. uri, ἔρωτι αἴθεσθαι, Ξεν. Κύρ. 5. 1, 15· πρβλ. Ἀνθ. Π. 12. 83· ὡσαύτ. αἴθετ’ ἔρως, (Ἐπ. παρατατ.) ἐφλέγετο, Ἀπολλ. Ρόδ. 3. 296. (Ἐκ √ΑΙΘ παράγονται καὶ τὰ αἰθός, αἶθος, αἴθων, πιθανῶς δὲ καὶ τὰ αἰθήρ, αἴθρη· πρβλ. Σανσκρ. indh, indhê (accendo) iddhas (λαμπρός), êdhas (καυσόξυλον)· Λατ. aestus, aestas, aedes. Ἀγγλοσαξ. âd (σωρός). Παλ. Ὑψηλ. Γερμ. eit (πῦρ), Μέσ. Ὑψηλ. Γερμ. eiten (λάμπω, φλέγομαι).

French (Bailly abrégé)

seul. prés. et impf.
1 tr. allumer, enflammer, faire brûler ; Pass. (seul. prés. et impf.) être en feu, brûler;
2 intr. brûler, se consumer.
Étymologie: R. Αἰθ, brûler.

English (Slater)

αἴθω
   1 blaze καὶ τοὶ γὰρ αἰθοίσας ἔχοντες σπέρμ' ἀνέβαν φλογὸς οὔ (Boeckh: αἰθούς(ς)ας codd.) (O. 7.48) med., ὁ δὲ χρυσὸς αἰθόμενον πῦρ ἅτε διαπρέπει νυκτὶ μεγάνορος ἔξοχα πλούτου (O. 1.1) χρῆν ἄρα Πέργαμον εὐρὺν ἀιστῶσαι σέλας αἰθομένου πυρός (Pae. 6.97) αἰθομένα τε δαὶς Δ. 2. 10.

Spanish (DGE)

• Morfología: [Hom. siempre part.; A.R., Nonn.D., casi siempre]
I intr. gener. en v. med.
1 del fuego arder δέμας πυρὸς αἰθομένοιο Il.11.596, 13.673, πυρὸς μένος αἰθομένοιο Il.6.182, cf. Hes.Th.867, Emp.B 84.2, Pi.O.1.1, A.R.4.925, αἰθομένας δαΐδας Od.1.428, cf. Hes.Sc.275, λαμπὰς ... αἰθομένα AP 12.83 (Mel.)
de otras cosas ἐπ' αἰθομένοις ἱεροῖσι Il.11.775, Thgn.545, μηρία B.Fr.4.65, πίονα καπνὸν γείτονος αἰθομένοιο Call.Del.180, ἄστεος αἰθομένοιο una ciudad en llamas, Il.21.523, δώματ' αἴθεσθαι δοκῶν E.Ba.624, πᾶσα ἡ χώρα αἴθεσθαι ἐδόκει X.An.6.3.19, χθών Nonn.D.6.360, κόλπος Nonn.D.8.397, ὕδωρ Nonn.D.39.401
fig. de la fiebre τὰ ἀμφὶ τὰ αἰδοῖα ἐκπάγλως αἴθεται el pubis arde terriblemente Hp.Mul.2.171
tb. act. intr. arder φλόξ Pi.O.7.48, λαμπτῆρες S.Ai.286.
2 de pers., fig. arder de pasión αἴθεσθαι τῷ ἔρωτι X.Cyr.5.1.16, ἐκ παιδὸς ... αἴθετ' ἔρωτι arde de amor por un muchacho Theoc.7.102, ὁππότε καλῇ ᾔθετο Κυδίππῃ παῖς ἐπὶ παρθενικῇ cuando el muchacho ardía de amor por la bella doncella Cidipa Call.Fr.67.2
del propio amor αἴθετο λάθρῃ οὖλος ἔρως A.R.3.296.
II tr., act.
1 encender πῦρ Hdt.4.145, A.A.1435, λαμπάδας E.Rh.95, πυρά E.Rh.78, 823
fig. σέλας AP 12.93 (Rhian.).
2 quemar θεοῖς ἱερὰ S.Ph.1033, τὰς οἰκίας Plb.9.28.6, δάφναν Theoc.2.24
fig. καὶ εἰ χόλον ἔνδικον αἶθες aunque ardieras con justa cólera, AP 5.300 (Paul.Sil.).

• Etimología: De *HeH2- que c. alarg. *-dh- aparece en ai. édhas, lat. aedes, etc. En griego cuenta c. gran cantidad de deriv.: en *-s como αἶθος, αἰθής, etc.; en *-n como αἴθων; en *-l- como αἰθάλη, etc.; en *-r como αἰθήρ, αἴθρα, etc.; c. diversas sufijaciones como Αἰθίοπες, αἰθύσσω, αἴθυγμα, αἴθυια, etc. Aparecen tb. formas de esa raíz en grado cero y sin vocalización de la laringal inicial (*HH2°dh-) en ἰθαρός, ἰθαίνειν, cf. ai. iddhá-, etc. La raíz sin ningún alarg. y en grado pleno (*HeH2-) aparece en het. a- ‘calentarse’, palaíta ḫa- ‘estar caliente’. Con otros alarg. cf. ἄζα, ἄριστον, ἦρι, ἀλάβα, etc.

Greek Monotonic

αἴθω: μόνο στον ενεστ. και παρατ.,
1. ανάβω, καίω, σε Ηρόδ., Τραγ.
2. αμτβ., καίγομαι ή φλέγομαι, σε Σοφ.· μ' αυτή τη σημασία χρησιμοποιείται και από τον Όμηρ. το Παθ. αἴθομαι, πάντοτε σε μτχ.· πυρὸς μένος αἰθομένοιο, σε Ομήρ. Ιλ., Ομήρ. Οδ. κ.λπ.· ομοίως και μεταφ., ἔρωτι αἴθεσθαι, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

αἴθω: (только praes. и impf.)
1) зажигать, воспламенять (πῦρ Her., Aesch.; λαμπάδας Eur.; перен. χόλον Anth.); pass. гореть Hom., Pind., Her.: αἰθέσθω πῦρ Eur. пусть разведут огонь; ἔρωτι αἴθεσθαι Xen., Theocr. сгорать от любви;
2) сжигать (ἱερὰ θεοῖς Soph.);
3) гореть, пылать (αἴθουσσα φλόξ Pind.): λαμπτῆρες οὐκέτ᾽ ᾖθον Soph. светильники уже не горели.

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: kindle, Med. intr. burn (with light) (Il.)
Other forms: pres. only.
Compounds: On Αἰθίοπες s.s.v. On κακ-ιθής, s. κέγκει
Derivatives: αἶθος m. burning heat (E.) = Skt. édha- m. firewood, OHG eit m., OE ād blaze, pyre; αἰθός glowing, also colour of fire, dark, also αἴθων, -ωνος (Il.) and αἶθοψ (see on the meanings Beekes, Gl. 73, 1995\/6, 15-17). - αἶθος n. fire (A. R.) = Skt. édhas- n. firewood, but the Greek word is late. - αἰθόλικες pustule, pimple (Hp., Gal.) (cf. πομφόλυξ bubble). αἰθύσσω came to mean also stir up (Sapph.); deriv. καταῖθυξ (ὄμβρος ὁ καταιθύσσων H.); diff. Pisani Paideia 15, 1950, 245f. - αἴθυια f. name of a bird (s. Thompson Birds s. v.), also epithet of Athena, s. Kiock Arch. f. Religionswiss. 18, 127ff. but also Kretschmer Glotta 9, 229f., mostly explained as a colour name, but rather a substratum word (Szemerényi 1964 = Syncope, 207, Beekes 1998 FS Watkins 25 on -υια.). On αἴθουσα hemlock, Conium maculatum (Ps.-Dsc.) see CEG 4 (from black) - On αἰθήρ, αἰθάλη, αἴθουσα see s. vv.
Origin: IE [Indo-European] [11] *h₂eidʰ- kindle
Etymology: Old PIE verbal root, of which the zero grade *h₂idʰ- appears in ἰθαρός, ἰθαίνω. Sanskrit has the root form idh-, with a nasal present i-n-ddhé id. (of which ἰθαίνω may be a reminiscence). αἶθος m. can be of PIE date, s. above. Av. aēsma- m. firewood, Lith. íesmė id., Lat. aedes, aestas, aestus, Germanic e.g. OHG eit (s. above), ON. eisa f. burning coals.

Middle Liddell


1. to light up, kindle, Hdt., Trag.
2. intr. to burn or blaze, Soph.:—in this sense the Pass. αἴθομαι is used by Hom. in part., πυρὸς μένος αἰθομένοιο Il., Od., etc.; so metaph., ἔρωτι αἴθεσθαι Xen.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἴθω, poët. imperf. αἶθον
1. act. (causat.) met acc. aansteken, in brand steken :. αἴθειν πῦρ een vuur aansteken; αἴθειν ἱερά heiligdommen in brand steken Soph. Phil. 1033.
2. act. intrans. (zelden) branden, vlammen.
3. med.-pass. intrans. branden, vlammen:; πᾶσαχώρα αἴθεσθαι ἐδόκει het hele gebied leek in brand te staan Xen. An. 6.3.19; overdr.. αἴθεσθαι τῷ ἔρωτι branden van verlangen Xen. Cyr. 5.1.16.