Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἴθων

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: αἴθων Medium diacritics: αἴθων Low diacritics: αίθων Capitals: ΑΙΘΩΝ
Transliteration A: aíthōn Transliteration B: aithōn Transliteration C: aithon Beta Code: ai)/qwn

English (LSJ)

ωνος, ὁ, ἡ, (αἴθω)

   A fiery, burning, κεραυνός Pi.O.10(11).83; of fiery smoke, P.1.23.    II of burnished metal, flashing, glittering, σίδηρος Il.4.485, Od.1.184, S.Aj.147 (lyr.); χαλκός B.12.50; λέβητες, τρίποδες, Il.9.123, 24.233.    III of animals or birds, ἵπποι Il. 2.839; αἰετός 15.690; βόες Od.18.372; ἀλώπηξ Pi.O.11 (10).20; δορά, of a boar, B.5.124; prob. of colour, red-brown, tawny, since sleek, shining, or fiery, fierce do not suit all cases (but αἴ. θῆρες fierce, Pl.R. 559d); pr. n. of horse, Il.8.185.    IV metaph. of men, hot, fiery, S.Aj.221 (lyr.), 1088, Hermipp.46; αἴθων λῆμα fiery in spirit, A.Th. 448; λιμὸς αἴθων prob. in Hes.Op.363, Epigr. ap. Aeschin.3.184, Call. Cer.68. (The forms αἴθονα, αἴθονος have been corrupted into αἴθοπα, αἴθοπος, Hes. Op. l.c., S.Aj.221.)

Greek (Liddell-Scott)

αἴθων: -ωνος, ὁ, ἡ, ἴδε ἐν τέλ.: (αἴθω). Πυρώδης, φλέγων, ἀναλάμπων, ἀστράπτων, ἐπὶ ἀστραπῶν, κτλ., Πινδ. Ο. 10, 98· ὡσαύτως ἐπὶ καπνοῦ μετὰ φλογῶν, Πινδ. Π. 1. 44: - πρβλ. αἶθοψ. ΙΙ. ἐπὶ ἐστιλβωμένου μετάλλου ὡς τὸ αἶθοψ, = ἀπαστράπτων, λάμπων, σίδηρος, Ἰλ. Δ. 485, Ὀδ. Α. 184, Σοφ., αἴθωνες λέβητες, τρίποδες, Ἰλ. Ι. 123., Ω. 233. ΙΙΙ. ἐπὶ διαφόρων ζῴων, ὡς παρ’ Ὁμήρ. ἐπὶ ἵππου, λέοντος, ταύρου, ἀετοῦ, καὶ παρὰ Πινδ. Ο. 11, 20, ἐπὶ ἀλώπεκος. - Τινὲς μὲν νομίζουσιν ὅτι σημαίνει πυρώδης, δηλ. ἄγριος, ὁρμητικός, ἄλλοι δὲ ὡς ἀναφερόμενον εἰς τὸ χρῶμα τῶν ζῴων, ὡς τὸ Λατ. fulvus, rufus, καὶ ἄλλοι πάλιν εἰς τοὺς πῦρ πνέοντας ἀστραπηβόλους ὀφθαλμούς αὐτῶν, αἴθωνες θῆρες, Πλάτ. Πολ. 559D. 2) μεταφ. ἐπὶ ἀνθρώπων, φλεγόμενος, ὀξύς, θυμοειδής, ὡς τὸ τοῦ Οὐεργ. igneus, Σοφ. Αἴ. 222, 1088, Ἕρμιπ. ἐν «Μοίραις», 1· αἴθων λῆμα, πυρώδης, φλογερὸς τῷ πνεύματι, Αἰσχύλ. Θ. 448· λιμὸς αἴθων, Ἐπίγραμμ. παρ’ Αἰσχίν. 80.11. (Ἀνθ. Π. παράρτημ. 205), Καλλ. Δήμ. 68 [Ἡ παραλήγουσα τῶν πλαγίων πτώσεων ἐνίοτε συστέλλεται ὑπὸ τῶν ποιητῶν χάριν τοῦ μέτρου. Οὕτος ἀνδρὸς αἴθονος, ἐν διορθώσει τοῦ Δινδ. (ἀντὶ αἴθοπος) ἐν Σοφ. Αἴ. 222 ἐκ τοῦ Λαυρεντ. χειρογράφ.· αἴθονα λιμόν, (ἀντὶ αἴθοπα), ὑπὸ Bgk ἐν Ἡσ. Ἔργ. Κ. Ἡμ. 361· οὕτω καὶ νήφοσι, δοτ. πληθ. τοῦ νήφων, ἐν Θεόγν. καὶ αἴθονα (κακῶς μεταβληθὲν ὑπὸ τοῦ Μουσούρου εἰς αἴθωνα) μνημονεύεται παρ’ Ἡσυχ.].

French (Bailly abrégé)

ωνος ou ονος (ὁ, ἡ)
1 qui brille comme du feu, étincelant, resplendissant;
2 fig. enflammé, ardent.
Étymologie: αἴθω.

English (Autenrieth)

shining, tawny; of metal (Il. 4.485), and of horses, cattle, eagle, and lion.

English (Slater)

αἴθων
   1 blazing
   a αἴθωνα κεραυνὸν (O. 10.83) ῥόον καπνοῦ αἴθων (P. 1.23) αἴθων δὲ κεραυνὸς (P. 3.58) αἴθωνι πρὶν ἁλίῳ γυῖον ἐμπεσεῖν (N. 7.73)
   b tawny αἴθων ἀλώπηξ (O. 11.19)

Greek Monotonic

αἴθων: -ωνος, ὁ, ἡ (αἴθω),
I. φλογισμένος, φλογερός, πυρώδης, λαμπερός, αστραφτερός· λέγεται για στιλβωμένο μέταλλο, λαμπρός, αστραφτερός, λαμπερός, γυαλιστερός, απαστράπτων, σε Όμηρ. κ.λπ.
II. 1. στον Όμηρ. λέγεται για άλογα, λιοντάρια, ταύρους, αετούς, όπου σημαίνει είτε βίαιος, άγριος, ορμητικός, είτε αυτός που έχει χρώμα καφέ, ο κοκκινωπός.
2. μεταφ. λέγεται για πρόσωπα, φλεγόμενος, οξύθυμος, σε Αισχύλ., Σοφ. (η παραλήγουσα των πλαγίων πτώσεων υφίσταται σύντμηση από τους ποιητές, χάριν μέτρου· ομοίως· αἴθονος, σε Σοφ.· αἴθονα, σε Ησίοδ. — αντί αἴθωνος, αἴθωνα.

Russian (Dvoretsky)

αἴθων: ωνος, реже ονος adj.
1) пылающий, раскаленный (ἀέλιος, κεραυνός Pind.);
2) багровый (ῥόος καπνοῦ Pind.);
3) сверкающий, блестящий (σίδηρος Hom., Plut.);
4) огненно-рыжий (δέρμα λέοντος Hom.; ἀλώπηξ Pind.);
5) пламенный, пылкий, горячий (ἵππος Hom.; ἀνήρ, λῆμα Aesch.);
6) жгучий, мучительный (λιμός Aesch., Plut.).

Middle Liddell

αἴθω
I. fiery, burning, blazing: of metal, flashing, glittering, Hom., etc.
II. in Hom. of the horse, lion, bull, eagle, —where it is either fiery, fierce, or tawny.
2. metaph. ablaze, fiery, Aesch., Soph. [The penult. of the obl. cases may be shortd. in Poets, metri grat., αἴθονος Soph.; αἴθονα Hes.]