Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτοκίνητος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτοκίνητος Medium diacritics: αὐτοκίνητος Low diacritics: αυτοκίνητος Capitals: ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΣ
Transliteration A: autokínētos Transliteration B: autokinētos Transliteration C: aftokinitos Beta Code: au)toki/nhtos

English (LSJ)

[ι], ον, A self-moved, Arist.Ph.258a2, Plu. 2.952e, etc.; λογικὴ φύσις Ph.1.36, cf. Procl.Inst.14, Dam.Pr.78; of live-stock, πράγματα κινητά τε καὶ ἀκίνητα καὶ αὐ. PMasp.122.3 (vi A. D.), etc. Adv. -τως Procl.Inst.195, Olymp.in Alc.p.61 C.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 398] durch sich selbst bewegt od. beweglich, Plut. de Pyth. or. 21.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοκίνητος: [ῑ], -ον, ὁ ἀφ’ ἑαυτοῦ κινούμενος, Ἀριστ. Φυσ. 8. 5, 21, Πλούτ., κλ. ‒ Ἐπίρρ. -τως, Ἐκκλ.· ‒ ὡσαύτως αὐτοκινητικός, ή, όν, Διον. Ἀρεοπ. σ. 202.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui se meut de soi-même.
Étymologie: αὐτός, κινέω.

Spanish (DGE)

-ον
1 que se mueve por sí mismo, dotado de automoción de realidades físicas τὸ ὅλον Arist.Ph.258a2, τὸ πῦρ Chrysipp.Stoic.2.287, κόσμος Ach.Tat.Intr.Arat.5, de los bienes semovientes πράγματα κινητά τε καὶ ἀκίνητα καὶ αὐτοκίνητα PMasp.122.3 (VI d.C.), de abstr. δύναμις Chrysipp.Stoic.2.113, τὸ ὄν Procl.Inst.14, ψυχή Placit.4.2.1, Corp.Herm.Fr.16.1.3, φύσις Placit.4.2.2, ζωαί Porph.Sent.19, νοῦς Sext.Sent.26, ὁ τοῦ δημιουργοῦ λόγος Corp.Herm.Fr.30.1.4
en lit. crist., de Dios κίνησις αὐ. Dion.Ar.DN M.3.712C, cf. Ep.M.3.1104C, tb. del Espíritu Santo, Gr.Nyss.Or.Catech.2
subst. τὸ αὐ. lo que se mueve por sí mismo, la automoción ταῖς ψυχαῖς ἐπιλάμπει ... τὸ αὐ. Hero Def.136.25, λόγος τῆς ψυχῆς τὸ αὐτοκίνητον Porph.Sent.21, τὸ αὐτοκίνητον τοῦ ἀκινήτου τε καὶ ἑτεροκινήτου μέσον Dam.Pr.78.
2 adv. -ως por automoción αὐ. τῶν ἀκινήτων (τὰ εἴδη) ὑποδέξασθαι Procl.Inst.195, αὐ. ἐνεργεῖν Olymp.in Alc.61.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM αὐτοκίνητος, -ον)
αυτός που κινείται αυτόματα, από μόνος του
μσν.
1. (για περιουσία) ακίνητη
2. το ουδ. ως ουσ. ζώο.

Russian (Dvoretsky)

αὐτοκίνητος: (ῑ) самопроизвольно движущийся, самодвижущийся Arst., Plut.