Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὖτις

Sophocles, Antigone, 781
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὖτις Medium diacritics: αὖτις Low diacritics: αύτις Capitals: ΑΥΤΙΣ
Transliteration A: aûtis Transliteration B: autis Transliteration C: aytis Beta Code: au)=tis

English (LSJ)

A v. αὖθις: Cret. αὖτιν Leg.Gort.4.3.

English (Autenrieth)

(αὖ), Attic αὖθις: again, back again, anew; often πάλιν αὖτις, ἂψ αὖτις, δεύτερον αὖτις, and standing alone, αὖτις ἰών, goingback,’ Il. 8.271, etc.; ταῦτα μεταφρασόμεσθα καὶ αὖτις, by and by, Il. 1.140; also merely transitional, τοῖς δ' αὖτις μετέειπε, ο, Od. 18.60.

English (Slater)

αὖτῐς (αὖθις v.l. (O. 1.66), (P. 4.273), cf. (N. 3.56) )
a again, once more. προῆκαν υἱὸν ἀθάνατοί οἱ πάλιν μετὰ τὸ ταχύποτμον αὖτις ἀνέρων ἔθνος (O. 1.66) ἐπὶ χώρας αὖτις ἕσσαι (P. 4.273) ἐμὲ δ' οὖν τις ἀοιδᾶν δίψαν ἀκειόμενον πράσσει χρέος αὖτις ἐγεῖραι καὶ παλαιὰν δόξαν ἑῶν προγόνων (P. 9.104) ἀπότρεπε αὖτις Εὐρώπαν ποτὶ χέρσον ἔντεα ναός (N. 4.70) ὦ Μέγα, τὸ δ' αὖτις τεὰν ψυχὰν κομίξαι οὔ μοι δυνατόν i. e. from the dead (N. 8.44) νῦν δ' αὖτις ἀρχαίας ἐπέβασε Πότμος συγγενὴς εὐαμερίας (I. 1.39)
b further, and again (Cheiron reared Jason, then Asklepios) νύμφευσε δ' αὖτις ἀγλαόκολπον Νηρέος θύγατρα (Boeckh: αὖθις codd.) (N. 3.56)

Greek Monolingual

αὖθις, (επικ. κ. ιων.) αὖτις επίρρ. (Α)
1. πίσω στο ίδιο σημείο απ' όπου ξεκίνησε κανείςαὖτις βαίνειν», «τὴν αὐτὴν ὁδὸν αὖτις», «δευρὶ καὖθις ἐκεῑσε»)
2. χρον. πάλι, ξανά
3. αργότερα, στο προσεχές μέλλον («ταῦτα μεταφρασόμεθα καὶ αὖθις» — αυτά θα τα επανεξετάσουμε σύντομα)
4. στο εξής, από δω και πέρα
5. αφετέρου, επιπλέον
6. φρ. οἱ αὖθις
οι μεταγενέστεροι, οι κατοπινοί.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αύθις καθώς και ο παράλληλος επικ. και ιων. τ. αύτις (πρβλ. οσκ. auti) ανάγονται στο επίρρ. αυ. Ο τ. αύθις προήλθε πιθ. από συμφυρμό των αύτις και αύθι και το δασύ -θ- του τ. ερμηνεύεται αναλογικά προς το αύθι και τα επιρρ. σε -θι].

German (Pape)

[Seite 396] ion. u. dor. = αὖθις.

Greek (Liddell-Scott)

αὖτις: Ἰων. καὶ Δωρ. ἀντὶ τοῦ αὖθις, ὃ ἴδε.

French (Bailly abrégé)

ion. c. αὖθις.

Spanish (DGE)

v. αὖθις.

Greek Monolingual

επίρρ. (Α)
βλ. αύθις.

Russian (Dvoretsky)

αὖτις: ион. = αὖθις.