Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βάθρον

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: βάθρον Medium diacritics: βάθρον Low diacritics: βάθρον Capitals: ΒΑΘΡΟΝ
Transliteration A: báthron Transliteration B: bathron Transliteration C: vathron Beta Code: ba/qron

English (LSJ)

τό, (βαίνω)

   A that on which anything steps or stands, hence,    1 base, pedestal, τὸ β. καὶ ὁ θρόνος Hdt.1.183; of a statue, Id.5.85, X.Eq.1.1; δαιμόνων ἱδρύματα… ἐξανέστρεπται βάθρων A. Pers.812; throne, ὑψηλὸν Δίκας β. S.Ant.854.    2 stage, scaffold, Hdt.7.23.    3 generally, solid base, ἀμφιρύτου Σαλαμῖνος β. S.Aj. 135 (anap.), cf. Ph.1000, OC1662; ὦ πατρῷον ἑστίας β., i.e. house of my father, Id.Aj.860: metaph., Εὐνομία βάθρον πολίων Pi.O.13.6: pl., foundations, Ἰλίου… ἐξαναστήσας βάθρα E.Supp.1198; ἐν βάθροις εἶναι stand firm, Id.Tr.47; ἐκ βάθρων ἀνῃρῆσθαι utterly, Id.El.608, cf. D.H.8.1, Lyc.770, AP9.97 (Alph.).    4 step, S.OC 1591; rung of a ladder, E.Ph.1179.    5 bench, seat, S.OT142, OC 101, Phryn.Com.3.5; τὰ β., of a lecture-room or school, Pl.Prt.315c, 325e, etc.; τὰ βάθρα σπογγίζων D.18.258; seats in the council-chamber, Lys.13.37.    6 β. Ἱπποκράτους machine for reducing dislocation, Ruf. ap. Orib.49.26.    7 metaph., πόνους ἀφῖγμαι κἀπὶ κινδύνου βάθρα the verge of danger, E.Cyc.352.

German (Pape)

[Seite 423] τό, 1) die Grundlage, worauf etwas ruht, Fußgestell einer Statue, Her. 5, 85; Aesch. Pers. 798 u. sonst bei Tragg., bes. übertr. von Ländern, γῆς Soph. Phil. 988; Ai. 135; von Städten, πολίων Pind. Ol. 13, 6: Ἰλίου Eur. Hel. 1668 u. öfter; ἑστίας Soph. Ai. 847; Eur. Herc. Fur. 715; ἐν βάθροις ἔτι εἶναι, fest stehen, Tr. 47; ἐκ βάθρων, von Grund aus, z. B. ἀναιρεῖσθαι, πόλεις ἀναστρέψαι, Dion. Hal. 8, 1. 9, 53; vgl. Alph. 5 (IX, 97); ἐκ βάθρων ἐρειπομένη Τροίη; vgl. Lycophr. 770; ἐκ βάθρων ἀνασπάσαι Poll. 1, 12. – 2) die Schwelle, übertr. κινδύνου, die nächste Nähe der Gefahr, Eur. Cycl. 352 – 3) Stufe, des Thrones, Her. 183; τὰ βάθρα, die Leiter, 7, 23; Lys. 13, 37 u. sonst; Bank, Plat. Prot. 315 c 317 d; Dem. 18, 258 will Classen de primord. gramm. von einer schwarzen Schultafel erkl.

Greek (Liddell-Scott)

βάθρον: το, συντετμημένον ἐκ τοῦ βατήριον (βαίνω), ἐκεῖνο ἐφ’ οὗ τι βαίνει ἢ ἵσταται· ἐντεῦθεν, 1) βάσις, ὑπόβαθρον, τὸ β. καὶ ὁ θρόνος Ἡρόδ. 1. 183· ἀγάλματος, ὁ αὐτ. 5. 85· οὕτω, δαιμόνων ἱδρύματα.. ἐξανέστραπται βάθρων Αἰσχ. Πέρσ. 812, πρβλ. Ξεν. Ἱππ. 1. 1. 2) σκηνὴ ἢ ἰκρίωμα, Ἡρόδ. 7. 23. 3) καθόλου, στερεὸν ἔδαφος, ἀμφιρύτου Σαλαμῖνος β. Σοφ. Αἴ. 135, πρβλ. Φ. 1000, Ο. Κ. 1662· ὦ πατρῷον ἑστίας βάθρον, δηλ. οἰκία τοῦ πατρὸς μου, ὁ αὐτ. Αἴ. 860: ― κατὰ πληθυντ., θεμέλια, βάθρα πολίων Πίνδ. Ο. 13. 7· Ἰλίου.. ἐξαναστήσας βάθρα Εὐρ. Ἱκ. 1198· ἐν βάθροις εἶναι, ἵσταμαι στερεός, ὁ αὐτ. Τρῳ. 47· ἐκ βάθρων, ὁλοσχερῶς, Λατ. funditus, Διον. Ἁλικ. 8. 1. 4) βαθμίς, Σοφ. Ο. Κ. 1591· αἱ βαθμίδες κλίμακος, Εὐρ. Φοιν. 1179. 5) κάθισμα, Σοφοκλ. Οἰδ. Τυράν 142, Ο. Κ. 101, Φρύν. Κωμ. 1. 5· τὰ β.. θρανία σχολείου κ.τ.τ., Πλάτ. Πρωτ. 315C, 325Ε, κτλ.· τὰ βάθρα σπογγίζων Δημ. 313. 12· ἐπὶ τῶν θρανίων τοῦ βουλευτηρίου, Λυσ. 133. 11. 6) μεταφ., κινδύνου βάθρα, τὸ χεῖλος τοῦ κινδύνου, Εὐρ. Κύκλ. 352.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
1 base, piédestal;
2 degré, marche;
3 banc, siège : βάθρον (Δίκης) SOPH le trône (de la Justice);
4 en gén. fondement solide ; sol (d’une maison, d’un pays) ; fondations, assises (de la terre, d’une ville) ; ἐκ βάθρων de fond en comble.
Étymologie: βαίνω.

English (Slater)

βᾰθρον
   1 foundation met. βάθρον πολίων ἀσφαλές, Δίκα (O. 13.6)

Spanish (DGE)

-ου, τό
I aquello sobre lo que algo se apoya de donde
1 base, pedestal, estrado τὸ βάθρον καὶ ὁ θρόνος Hdt.1.183, de una estatua, A.Pers.812, Hdt.5.85, X.Eq.1.1, de una cama Sokolowski 3.177.129 (Cos IV/III a.C.).
2 peldaño S.OC 1591, PSI 171.16 (II a.C.), de una escalera de mano, E.Ph.1179.
3 banco, asiento S.OT 142, Phryn.Com.3.5, D.18.258, Plb.15.30.9, Thasos 1.141.15 (II a.C.), fig. ὑψηλὸν Δίκας β. S.Ant.854
letrina Hsch.s.u. λάσανα
plu. τὰ βάθρα escaños, asientos de una escuela, Pl.Prt.325e, en la cámara del consejo, Lys.13.37
gradas de un teatro IIasos 262, Hero Stereom.42, Mens.24, 26
en la construcción de un canal andamio ἐπὶ βάθρων Hdt.7.23.
4 medic. banco Ἱπποκράτους banco de Hipócrates utilizado para la reducción de luxaciones y fracturas, Ruf. en Orib.49.27.1.
II 1cimientos γῆς S.OC 1662, ἡ γῆ τούτου (sc. τοῦ ἠέρος) βάθρον Hp.Flat.3, Ἰλίου E.Supp.1198
gener. suelo Σαλαμῖνος S.Ai.135
umbral de una puerta IG 22.1672.149 (IV a.C.).
2 fig. fundamento Εὐνομία βάθρον πολίων Pi.O.13.6, κοινωνίας καὶ νομοθεσίας ... βάθρον Plu.2.1125e
borde κινδύνου βάθρα E.Cyc.352
ἐκ βάθρων de raíz e.e. totalmente E.El.608, Lyc.770.

• Etimología: v. βαίνω.

Greek Monotonic

βάθρον: τό, συντετμ. τύπος από το βατήριον (βαίνω), αυτό πάνω στο οποίο βαίνει και στέκεται κάτι.
1. βάση, υπόβαθρο, σε Ηρόδ., Αισχύλ.
2. σκηνή, ικρίωμα, σκαλωσιά, σε Ηρόδ.
3. γενικά, στέρεο έδαφος, Σαλαμῖνος βάθρον, σε Σοφ.· ὦ πατρῷον ἑστίας βάθρον, δηλ. πατρικό μου σπίτι, στον ίδ.· στον πληθ., θεμέλια, σε Ευρ.· ἐν βάθροις εἶναι, κρατώ καλά, μένω ακλόνητος·
4. σκαλί, σε Σοφ.· οι βαθμίδες της σκάλας, τα σκαλοπάτια, σε Ευρ.
5. θρανίο, κάθισμα, σε Σοφ., Δημ.
6. μεταφ., κινδύνου βάθρα, το χείλος του κινδύνου, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

βάθρον: τό
1) основание, фундамент, постамент (ἱδρυμάτων Aesch.; ἀγαλμάτων Her.; ἵππου χαλκοῦ Xen.; γῆς Soph.): ἐν βάθροις εἶναι Eur. покоиться на своих основах, т. е. быть прочным;
2) уступ, ступень Her., Soph.; ступенька (κλίμακος Eur.);
3) сиденье, скамья Lys., Plat., Plut.;
4) порог: κινδύνου βάθρα Eur. близкая опасность;
5) престол (Δίκης Soph.).

Etymological

See also: s. βαίνω.

Middle Liddell

[shortd. from βατήριον βαίνω
that on which anything stands:
1. a base, pedestal, Hdt., Aesch.
2. a stage or scaffold, Hdt.
3. generally solid ground, Σαλαμῖνος β. Soph.; ὦ πατρῶιον ἑστίας βάθρον i. e. house of my father, Soph.:—in pl. foundations, Eur.; ἐν βάθροις εἶναι to stand firm, Eur.
4. a step, Soph.; the round of a ladder, Eur.
5. a bench, seat, Soph., Dem.
6. metaph., κινδύνου βάθρα the verge of danger, Eur.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βάθρον -ου, τό en βαθρεία -ας, ἡ βαίνω iets om op te staan of rusten
1. op de grond
2. basis; fundering:; ὦ πατρῷον ἑστίας βάθρον o fundering van mijn vaderlijk huis Soph. Ai. 860; vaak plur.. Ἰλίου ποτ ’ ἐξαναστήσας βάθρα nadat hij eens de funderingen van Troje omver had geworpen Eur. Suppl. 1198.
3. van standbeelden voetstuk, sokkel; overdr.. ἐκ βάθρων … πᾶς ἀνῄρησαι φίλοις je bent voor je vrienden helemaal van je voetstuk gevallen Eur. El. 608.
4. alg. plaats waar iets of iemand gevestigd is zetel:; τῆς ἀμφιρύτου Σαλαμῖνος ἔχων βάθρον ἀγχίαλον die de zetel, dicht bij zee, van het omstroomde Salamis bezet Soph. Ai. 135; ook concr. zetel, zitplaats, bank(je) :. καθῆσθαι ἐπὶ βάθρων op bankjes zitten Plat. Prot. 315c; Δίκας β. de zetel van het Recht Soph. Ant. 854.
5. boven de grond platform ; Hdt. 7.23.1; op een trap of ladder trede.