Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βέθρον

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: βέθρον Medium diacritics: βέθρον Low diacritics: βέθρον Capitals: ΒΕΘΡΟΝ
Transliteration A: béthron Transliteration B: bethron Transliteration C: vethron Beta Code: be/qron

English (LSJ)

τό, contr. from βέρεθρον, Euph.148, Crates ap.EM194.22.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 441] = βέρεθρον, Euphor. u. Crat. bei E. M. 194.

Greek (Liddell-Scott)

βέθρον: (ὃ ἴδε), τό, ἄνοιγμα, χάσμα βαθύ, Ἀριστ. Προβλ. 26. 28·--ἰδίως ἐν Ἀθήναις κρημνώδης, βαθὺς λάκκος, πέραν τῆς ἀκροπόλεως, εἰς ὃν κατερρίπτοντο οἱ εἰς θάνατον καταδικασθέντες, ὡς ἐν Σπάρτῃ ὁ καιάδας, Ἡρόδ.7.133, Ἀριστοφ. Νεφ. 1150, Πλάτ. Γοργ. 516Ε, πρβλ. Σχόλ. Εἰς Ἀριστοφ. Πλ. 431. 2) μεταφ., ὄλεθρος, ἀπώλεια, καταστροφή, Δημ. 101. 1 · ὄνομα ἑταίρας, Θεόφιλ. ἐν Φιλαύλῳ 2. ΙΙ. γυναικεῖον κόσμημα, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 309. 8. ΙΙΙ. = βράθυ, Διοσκ.1.104 (Ἡ ῥίζα φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ τοῦ βιβρώσκω, κατατρώγω, καταβροχθίζω, πρβλ. Λατ. vorago καὶ vorare · ἴδε βιβρώσκω).

Spanish (DGE)

v. βάραθρον.