Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βαλανευτικός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: βᾰλᾰνευτικός Medium diacritics: βαλανευτικός Low diacritics: βαλανευτικός Capitals: ΒΑΛΑΝΕΥΤΙΚΟΣ
Transliteration A: balaneutikós Transliteration B: balaneutikos Transliteration C: valaneftikos Beta Code: balaneutiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A of or for baths, ἔλαιον PTeb.117.61 (i B. C.); κονία Gp.10.29.4; ἡ -κή (sc. τέχνη), Pl.Sph. 227a.

German (Pape)

[Seite 428] zum Bade gehörig; ἡ βαλ., die Baderkunst, Plat. Soph. 227 a.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
1 propio del baño, ἔλαιον PTeb.117.61 (I a.C.), κονία βαλανευτική Gp.10.29.4
ἡ βαλανευτική el arte del bañero ὅσα βαλανευτικὴ παρέχεται Pl.Sph.227a, cf. Poll.7.166.
2 τὸ βαλανευτικόν un impuesto sobre los baños ἀπέχ(ομεν) πα(ρὰ) σοῦ ὑ(πὲρ) βαλαν(ευτικοῦ) ὀβολ(οὺς) ἕξ PUG 88.3 (II d.C.).

Greek Monolingual

βαλανευτικός, -ή, -όν (Α) βαλανευτής
1. αυτός που ανήκει στα λουτρά ή έχει σχέση μ' αυτά
2. το θηλ. ως ουσ. το επάγγελμα του βαλανέως.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βαλανευτικός -ή -όν βαλανεύω van het bad(huis), van het baden, voor in bad; subst. ἡ β. de kunst van het baden.