Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βασίζω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

Ι. 1. στηρίζω κάτι σε ορισμένη βάση, θεμελιώνω
II. (-ομαι)
1. στηρίζομαι σε κάποια εγγύηση
2. έχω ελπίδα, πεποίθηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βάσις(-η). Η λ. μαρτυρείται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος (αρχή έκδ. 1833)].