Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βδελυρεύομαι

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: βδελῠρεύομαι Medium diacritics: βδελυρεύομαι Low diacritics: βδελυρεύομαι Capitals: ΒΔΕΛΥΡΕΥΟΜΑΙ
Transliteration A: bdelyreúomai Transliteration B: bdelyreuomai Transliteration C: vdelyreyomai Beta Code: bdelureu/omai

English (LSJ)

   A behave in a beastly manner, D.17.11.

German (Pape)

[Seite 440] sich abscheulich betragen, Dem. 17, 11, was Phot. bibl. 491, 27 getadelt ist.

Greek (Liddell-Scott)

βδελῠρεύομαι: ἀποθ. φέρομαι βδελυρῶς, μέλλ. παρὰ Δημ. 214. 24.

French (Bailly abrégé)

se conduire d’une façon odieuse.
Étymologie: βδελυρός.

Spanish (DGE)

comportarse de modo abominable D.17.11.

Greek Monolingual

βδελυρεύομαι (Α) βδελυρός
συμπεριφέρομαι βδελυρά, κατά τρόπο που προκαλεί αηδία.

Greek Monotonic

βδελῠρεύομαι: αποθ., συμπεριφέρομαι με ωμό, άξεστο, βδελυρό τρόπο, επιδεικνύω κτηνώδη συμπεριφορά, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

βδελυρεύομαι: гнусно поступать Dem.

Middle Liddell

[from βδελυρός
Dep. to behave in a brutal manner, Dem.