Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βιατάς

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: βῐᾱτάς Medium diacritics: βιατάς Low diacritics: βιατάς Capitals: ΒΙΑΤΑΣ
Transliteration A: biatás Transliteration B: biatas Transliteration C: viatas Beta Code: biata/s

English (LSJ)

α, ὁ,

   A forceful, mighty, Pi.Pae.6.84, al.; σοφοὶ καὶ χεροὶ βιαταί Id.P.1.42; β. νόος Id.O.9.75; of wine, potent, Id.N.9.51; Αρης AP7.492 (Anyte).

German (Pape)

[Seite 444] ὁ, gewaltig stark, Ἄρης Pind. P. 1. 10 u. öfter; vgl. Ol. 9, 81; Anyt. 17 (VII, 492); gewaltthätig; χερσὶ βιαταί Pind. P. 1, 42.

Greek (Liddell-Scott)

βιᾱτάς: -οῦ, ὁ, ἰσχυρός, ἐπιβάλλων βιαίως, δυνατός, συχν. παρὰ Πινδ.· σοφοὶ καὶ χερσὶ βιαταὶ II. 1. 81· β. νόος Ο. 9. 114· ἐπὶ οἴνου, ἰσχυρός, Ν. 9. 122.

English (Slater)

βῐᾱτάς
   1 strong, powerful μαθεῖν Πατρόκλου βιατὰν νόον (O. 9.75) βιατὰς Ἄρης (P. 1.10) καὶ σοφοὶ καὶ χερσὶ βιαταὶ περίγλωσσοί τ' ἔφυν (P. 1.42) βιατὰς ἀνὴρ Jason (P. 4.236) Ἀντίλοχος βιατὰς (P. 6.28) νωμάτω φιάλαισι βιατὰν ἀμπέλου παῖδ i. e. wine (N. 9.51) παῖδα ποντίας Θέτιος βιατάν Achilles (Pae. 6.84)

Spanish (DGE)

(βιᾱτάς) -ᾶ
fuerte, ἀνήρ Pi.P.4.236, cf. Alcm.1.4, Pi.P.6.28, Fr.52f.84, Ἄρης Pi.P.1.10, AP 7.492 (Anyt.), σοφοὶ καὶ χερσὶ βιαταί Pi.P.1.42, Πατρόκλου βιατὰν νόον Pi.O.9.75, βιατὰν ἀμπέλου παῖδ' del vino, Pi.N.9.51.

Greek Monolingual

βιατάς, ο (Α)
1. δυνατός, ισχυρός
2. (για κρασί) δυνατό, που μεθά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βία ή < βιώ «πιέζω, εξαναγκάζω»].

Russian (Dvoretsky)

βιᾱτάς: οῦ (τᾱ) adj. m
1) сильный, могучий (Ἄρης Pind., Anth.; νόος Pind.);
2) крепкий (ἀμπέλου παῖς = οἶνος Pind.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βιᾱτάς -ᾱ βιάω krachtig :. χερσὶ βιαταί (mensen die) machtig (zijn) met hun handen Pind. P. 1.42.