Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βλῆμα

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: βλῆμα Medium diacritics: βλῆμα Low diacritics: βλήμα Capitals: ΒΛΗΜΑ
Transliteration A: blē̂ma Transliteration B: blēma Transliteration C: vlima Beta Code: blh=ma

English (LSJ)

ατος, τό, (βάλλω)

   A throw, cast, of dice, ἄλλα βλήματ' ἐν κύβοις βαλεῖν E.Supp.330; of a missile, D.H.10.16; of the missile itself, Ph.2.431, Max.Tyr.9.8 (pl.).    2 shot, wound, Hdt.3.35, Hp.Prorrh.2.14(pl.).    3 coverlet, AP7.413 (Antip.).    4 = ἄρτος ἐντεθρυμμένος καὶ θερμός, Seleuc. ap. Ath.3.114d (βλήθα in Hsch.).

German (Pape)

[Seite 449] τό (βάλλω), der Wurf; von Würfeln, Eur. Suppl. 342; der Schuß, die Wunde, Her. 3, 35; das Geschoß, der Pfeil, Sp., wie Dion. Hal. 10, 16; κοίτης, Decke, Ant. Sid. 82 (VII, 413); Hippocr. – Eine Art Brot, Ath. III, 114 d; Hesych. βλῆθα.

Greek (Liddell-Scott)

βλῆμα: τό, (βάλλω) ῥίψιμον, βολὴ τῶν κύβων, ἄλλα βλήματ’ ἐν κύβοις βαλεῖν Εὐρ. Ἱκέτ. 330· ῥίψιμον πολεμικοῦ βλήματος, Διον. Ἁλ. 10. 16· ὡσαύτως αὐτὸ τὸ βλῆμα, Φίλων 2. 431. 2) πληγή, τραῦμα ἐκ βλήματος, Ἡρόδ. 3. 35. 3) εἶδος καλύμματος, σκέπασμα, Ἀνθ. II. 7. 413.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 (βάλλω, jeter, lancer) jet d’un javelot;
2 (βάλλω, atteindre, frapper) coup, blessure.
Étymologie: βάλλω.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
I 1lanzamiento, tiro, tirada ἄλλα βλήματ' ἐν κύβοις βαλεῖν E.Supp.303, de armas arrojadizas, D.H.10.16.6
fig. golpe, ataque, dardo ἐπὶ τὴν ψυχὴν πέμπειν τὰ βλήματα Ach.Tat.2.29.3, cf. Ph.2.431, Max.Tyr.3.8.
2 herida producida por arma arrojadiza ἀνασχίζειν αὐτὸν ... καὶ σκέψασθαι τὸ β. Hdt.3.35, cf. Hp.Prorrh.2.14, Ach.Tat.2.29.4.
II sobrecama, cobertor κοίτας β. χαμαιλεχέος AP 7.413 (Antip.Sid.).
III un tipo de pan caliente y empapado en vino, Seleuc. en Ath.114d.

Greek Monolingual

το (AM βλῆμα)
οτιδήποτε εκτοξεύεται εναντίον στόχου με το χέρι, τόξο, όπλο ή οποιοδήποτε μηχάνημα
νεοελλ.
(για πρόσωπα) ανόητος
αρχ.
1. η ριξιά των κύβων
2. η βολή
3. τραύμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. βάλλω.
ΣΥΝΘ. απόβλημα, έμβλημα, επίβλημα, περίβλημα, πρόβλημα
αρχ.
αμφίβλημα, αντίβλημα, κατάβλημα, μετάβλημα, σύμβλημα, υπέρβλημα, χειρόβλημα
μσν.
διάβλημα, παράβλημα, υπόβλημα].

Greek Monotonic

βλῆμα: τό (βάλλω),
1. ρίψη, βολή, εξακόντιση, ρίξιμο των ζαριών, σε Ευρ.
2. πυροβολισμός, λαβωματιά, τραύμα από βλήμα, σε Ηρόδ.
3. κλινοσκέπασμα, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

βλῆμα: ατος τό βάλλω
1) бросок (βλήματ᾽ ἐν κύβοις βαλεῖν Aesch.);
2) рана Her.;
3) накидка, покрывало (κοίτης Anth.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βλῆμα -ατος, τό βάλλω
1. worp :. ἄλλα βλήματ ’ ἐν κύβοις βαλεῖν andere worpen gooien bij het dobbelen Eur. Suppl. 330.
2. verwonding :. σκέψασθαι τὸ βλῆμα de wond onderzoeken Hdt. 3.35.3.

Middle Liddell

βάλλω
1. a throw, cast, of dice, Eur.
2. a shot, wound, Hdt.
3. a coverlet, Anth.