Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βοτήρ

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: βοτήρ Medium diacritics: βοτήρ Low diacritics: βοτήρ Capitals: ΒΟΤΗΡ
Transliteration A: botḗr Transliteration B: botēr Transliteration C: votir Beta Code: both/r

English (LSJ)

ῆρος, ὁ, (βόσκω) A herdsman, Od.15.504; οἰωνῶν βοτήρ a soothsayer, A.Th. 24; κύων βοτῆρος = herdsman's dog, S.Aj.297: in later Prose, D.H.2.2, Plu.Rom.7, al.:—fem. βότειρα, epithet of Demeter, Eust. 1723.14.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 455] ῆρος, ὁ, Hirt, Od. 15, 504 (ἅπαξ εἰρημ.); Aesch. Eum. 187; Soph. O. R. 837 u. öfter; οἰωνῶν βοτήρ, Vogelschauer, Aesch. Spt. 24; κύων, Hirtenhund, Soph. Ai. 290. Auch in sp. Prosa, Dion. H. 2, 2 Plut. Rom. 7.

Greek (Liddell-Scott)

βοτήρ: ῆρος, ὁ, (βόσκω) βοσκός, Ὀδ. Ο. 504· οἰωνῶν β., ὁ οἰωνοσκόπος, Αἰσχύλ. Θήβ. 24· κύων βοτήρ, κύων ποιμενικός, Σοφ. Αἴ. 297· ὡσαύτως παρὰ μεταγεν. πεζοῖς, Πλούτ. Ρωμ. 7, κ. ἄλλ.· - θηλ. βότειρα, ὡς ἐπίθ. τῆς Δήμητρος, ἴδε Ruhnk, εἰς Ὕμν. Δήμ. 122. - Ὡσαύτως, βότης ου, ὁ, ἴδε βούτης), Ἐτυμ. Μ. 218. 42.

French (Bailly abrégé)

ῆρος (ὁ) :
1 pâtre, berger : κύων βοτήρ SOPH chien de berger litt. qui fait paître les bestiaux;
2 qui surveille les animaux au pâturage, qui observe des animaux : βοτὴρ οἰωνῶν ESCHL qui observe le vol des oiseaux, augure, devin.
Étymologie: βόσκω.

English (Autenrieth)

ῆρος: shepherd, pl., Od. 15.504†.

Spanish (DGE)

-ῆρος, ὁ
• Grafía: graf. βωτ- Hsch.s.u. βώτορες, An.Boiss.4.370.1
1 pastor ἐγὼν ἀγροὺς ἐπιείσομαι ἠδὲ βοτῆρας Od.15.504, (δάμαλις) φράζουσα βοτῆρι μόχθους A.Supp.353, cf. Eu.196, βοτὰ καὶ βοτῆρας ἱππονώμας S.Ai.232, cf. OT 837, 1044, β. Ἐρυθείας de Gerión, E.HF 424, cf. Andr.281, Rh.271, Nic.Th.554, D.H.2.2, Plu.Rom.7, Eun.VS 465, Pamprepius 3.119
como adj. κύων β. perro pastor S.Ai.297.
2 fig. οἰωνῶν β. augur, adivino A.Th.24.

Greek Monolingual

βοτήρ, ο (AM) (Μ θηλ. βότειρα, η)
ο βοσκός
αρχ.
φρ.
1. «οἰωνῶν βοτήρ» — οιωνοσκόπος
2. «κύων βοτήρ» — ποιμενικός σκύλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) βο-, βόσκω. Το θηλ. βότειρα μαρτυρείται στον Ευστ. ως προσωνυμία της Δήμητρας, ενώ το -βότειρα εμφανίζεται σε σύνθετες λέξεις ήδη από τον Όμηρο (πρβλ. ληιβότειρα, πολυβότειρα). Πρβλ. και λ. βώτων.
ΠΑΡ. αρχ. βοτηρικός.
ΣΥΝΘ. μηλοβότηρ].

Greek Monotonic

βοτήρ: -ῆρος, ὁ (βόσκω), βοσκός, τσοπάνης, σε Ομήρ. Οδ.· οἰωνῶν βοτήρ, προφήτης, οιωνοσκόπος, σε Αισχύλ.· κύων βοτήρ, το τσοπανόσκυλο, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

βοτήρ: ῆρος ὁ пастух Hom., Aesch., Soph., Plut.: κύων β. Soph. пастушеская собака, овчарка; οἰωνῶν β. Aesch. птицегадатель.

Middle Liddell

βόσκω
a herdsman, herd, Od.; οἰωνῶν β. a soothsayer, Aesch.; κύων βοτήρ a herdsman's dog, Soph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βοτήρ -ῆρος, ὁ βόσκω herder; overdr.. οἰωνῶν βοτήρ hoeder van vogels (d.w.z. vogelvoortekenen) Aeschl. Sept. 24.

English (Woodhouse)

βοτήρ = one who feeds

⇢ Look up "βοτήρ" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)