Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βούκινο

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το (Μ βούκινον)
κέρατο που χρησιμοποιείται ως σάλπιγγα
νεοελλ.
φρ. «το κάνω βούκινο» ή «το βγάζω βούκινο» — διαδίδω ευρύτατα, διαλαλώ κάποιο μυστικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. bucinum].