Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βούκινο

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το (Μ βούκινον)
κέρατο που χρησιμοποιείται ως σάλπιγγα
νεοελλ.
φρ. «το κάνω βούκινο» ή «το βγάζω βούκινο» — διαδίδω ευρύτατα, διαλαλώ κάποιο μυστικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. bucinum].