Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βούκινο

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το (Μ βούκινον)
κέρατο που χρησιμοποιείται ως σάλπιγγα
νεοελλ.
φρ. «το κάνω βούκινο» ή «το βγάζω βούκινο» — διαδίδω ευρύτατα, διαλαλώ κάποιο μυστικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. bucinum].