Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βράσιμο

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το βράζω
1. βράση, βρασμός
2. ο ρογχώδης ήχος που βγαίνει από το στήθος κρυολογημένου.