Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βραδυπεψία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: βρᾰδῠπεψία Medium diacritics: βραδυπεψία Low diacritics: βραδυπεψία Capitals: ΒΡΑΔΥΠΕΨΙΑ
Transliteration A: bradypepsía Transliteration B: bradypepsia Transliteration C: vradypepsia Beta Code: bradupeyi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A slowness of digestion, Sor.1.51, Dsc.5.38 (pl.), Gal.7.62.

German (Pape)

[Seite 461] ἡ, langsame, schwere Verdauung, Medic.

Greek (Liddell-Scott)

βρᾰδῠπεψία: ἡ, βραδύτης ἐν τῆ πέψει, Γαλην. 7. 62.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
digestión lenta Dsc.5.38, Gal.7.62, 13.159, 194, Sor.38.2.

Greek Monolingual

η (Α βραδυπεψία) βραδύπεπτος
παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από βραδύτητα και δυσχέρεια στην πέψη.