Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βραδύπεπτος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: βρᾰδῠπεπτος Medium diacritics: βραδύπεπτος Low diacritics: βραδύπεπτος Capitals: ΒΡΑΔΥΠΕΠΤΟΣ
Transliteration A: bradýpeptos Transliteration B: bradypeptos Transliteration C: vradypeptos Beta Code: bradu/peptos

English (LSJ)

ον,

   A slow of digestion, v.l. in Gal.6.770 (Comp.).

Greek Monolingual

-η, -ο (Α βραδύπεπτος, -ον)
(για τροφή) αυτός που χωνεύεται αργά και δύσκολα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βραδύς + πέσω, αττ. πέττω «μαλακώνω, μαγειρεύω, χωνεύω» (πρβλ. άπεπτος κ.ά.)].