Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βροντή

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: βροντή Medium diacritics: βροντή Low diacritics: βροντή Capitals: ΒΡΟΝΤΗ
Transliteration A: brontḗ Transliteration B: brontē Transliteration C: vronti Beta Code: bronth/

English (LSJ)

ἡ,

   A thunder, Διὸς μεγάλοιο κεραυνὸν δεινήν τε β. Il.21.199; ὑπὸ βροντῆς πατρὸς Διός 13.796; Ζηνός τε βροντῇ Od.20.121; ἀστραπὴ καὶ β. Hdt.3.86; β. στεροπῇ τε A.Supp.34 (anap.); β. καὶ κεραυνίᾳ φλογί Id.Pr.1017; βροντῆς μύκημα ib.1062 (anap.), cf. 1083 (anap.); β. δ' ἐρράγη δι' ἀστραπῆς S.Fr.578, etc.: in pl., Id.OC1514, X.HG1.6.28, Thphr. Sign.21, etc.; χθόνιαι β. Ar.Av.1745: metaph., τούτου τὰς β. οἶδ' ὅτι δείσεις Lib.Ep.98.4.    II the state of one struck with thunder, astonishment, ἐπεάν σφι θεὸς ἐμβάλῃ β. Hdt.7.10.έ. (βρομτᾱ, cf. βρέμω.)

German (Pape)

[Seite 464] ἡ, der Donner, Il. 21, 199. 13, 796 Odyss. 20, 121; Pind. Ol. 4, 1 u. Folgde; Prosa, Plat. Rep. X, 621 b; plur., Soph. O. C. 1514; Plat. Rep. III, 397 a. Bei Her. 7, 10, 5 φόβον ἢ βροντὴν ἐμβάλλειν = Betäubtsein, Verdutztsein.

Greek (Liddell-Scott)

βροντή: ἡ, παρ’ Ὁμήρῳ ἀποδιδομένη ἀείποτε εἰς τὸν Δία, Διὸς μεγάλοιο κεραυνὸν δεινήν τε βρ. Ἰλ. Φ. 198· ὑπὸ βροντῆς πατρὸς Διὸς Ν. 796· Ζηνς τε βροντῇ Ὀδ. Υ. 121· βρ. καὶ ἀστραπὴ Ἡρόδ. 3. 86· βρ. στεροπῇ τε Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 35· βρ. καὶ κεραυνίᾳ φλογὶ ὁ αὐτ. Πρ. 1017· βροντῆς μύκημα αὐτόθι 1062, πρβλ. 1083· βρ. δ’ ἐρράγη δι’ ἀστραπῆς Σοφ. Ἀποσπ. ό507, κτλ.· ― κατὰ πληθ., ὁ αὐτ. Ο. Κ. 1514· χθόνιαι βρ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 1745. ΙΙ. ἡ κατάστασις τοῦ ὑπὸ βροντῆς βληθέντος, κατάπληξις, φόβον ἢ βροντὴν ἐμβάλλειν Ἡρόδ. 7. 10, 5.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
1 tonnerre;
2 état d’un homme frappé de la foudre, stupeur.
Étymologie: βρέμω.

English (Autenrieth)

ῆς: thunder.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ

• Alolema(s): dór. -ά Pi.O.4.1
1 trueno como arma de Zeus κεραυνὸν δεινήν τε βροντήν Il.21.199, ὑπὸ βροντῆς πατρὸς Διός Il.13.796, cf. Od.20.121, αὐτὸς ἔχων βροντήν Hes.Th.72, cf. 845, Sol.8.2, ἐλατὴρ ὑπέρτατε βροντᾶς Pi.l.c., cf. O.10.79, P.4.23, θείαις βρονταῖσι Orph.H.19.3, de una divinidad ἐπεάν σφι ὁ θεὸς ... ἐμβάλῃ ... βροντήν Hdt.7.10ε
como fenóm. meteorológico asociado al rayo ἀστραπὴ καὶ β. Hdt.3.86, βροντῇ στεροπῇ τε A.Supp.34, cf. Pr.1017, 1062, cf. S.Fr.578, OC 95, βροντᾷ δὲ στεναγμὸς ἀχά τ' ἦν ὅμοιος E.Ph.1039, βροντή τε καὶ σεισμός Pl.R.621b, cf. en plu. Hdt.4.28, X.HG 1.6.28, Th.2.77, Thphr.Sign.21, Epicur.Ep.[3] 100.5, LXX Es.1.1d, D.P.Au.2.11, Gal.17(2).187, Vett.Val.137.23, Aristid.Quint.120.13
trueno o ruido subterráneo χθόνιος β. Διός E.Hipp.1201
personif. el Trueno Orph.H.proem.39, υἱὸς τῆς βροντῆς de San Juan, Ast.Am.Hom.7.1.1, Amph.Seleuc.294, de Jacob, Ast.Am.Hom.8.11.1.
2 usos fig. χθόνιαι βρονταί truenos subterráneos ref. a flatulencias, Ar.Au.1745, ref. a un sonido fuerte ὡς φωνὴν βροντῶν ἰσχυρῶν Apoc.19.6, cf. 6.1, ref. a manifestaciones de cólera τούτου τὰς βροντὰς οἶδ' ὅτι δείσεις Lib.Ep.98.
3 Trueno n. de una de las yeguas del Sol, Hyg.Fab.183.2.

• Etimología: Deriv. de βρέμω q.u. c. suf. -τᾱ y vocalismo o.

English (Abbott-Smith)

βροντή, -ῆς, ἡ, [in LXX for רַעַם;]
thunder: Mk 3:17, Jo 12:29, Re 4:5 6:1 8:5 10:3, 4 11:19 14:2 16:18 19:6.†

English (Strong)

akin to bremo (to roar); thunder: thunder(-ing).

Greek Monolingual

η (AM βροντή)
ο ισχυρός κρότος που συνοδεύει την αστραπή και τον κεραυνό
νεοελλ.
1. οποιοσδήποτε ισχυρός κρότος
2. κεραυνός
αρχ.
το να μένει κανείς εμβρόντητος, η κατάπληξη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βρέμω, με ετεροιωμένη βαθμίδα ρίζας και επίθημα -τᾱ, τη.
ΠΑΡ. βροντώ
αρχ.
βρονταίος, βροντείον (αρχ. -μσν.) βροντηδόν
μσν.- νεοελλ.
βροντώδης
νεοελλ.
βροντερός, βροντίζω.
ΣΥΝΘ. μσν. βροντολόγιον
μσν.- νεοελλ.
βροντοκούδουνο(ν), βροντόφωνος
νεοελλ.
βροντοκοπανώ, βροντοκοπώ, βροντόκραυγος, βροντοκυλώ, βροντόλαλος, βροντομανώ, βροντότριχα, βροντοφωνάζω, βροντοχτυπώ].

Greek Monotonic

βροντή: ἡ,
I. βροντή, κεραυνός, σε Όμηρ. κ.λπ.
II. η κατάσταση αυτού που βάλλεται με κεραυνό, κατάπληξη, σε Ηρόδ. (συγγενές προς τα βρέμω, βρόμος).

Russian (Dvoretsky)

βροντή: ἡ тж. pl.
1) гром Hom., Pind., Her., Aesch., Soph., Arph., Plat., Arst.;
2) состояние (словно) пораженного громом, оглушенность (φόβον ἢ βροντὴν ἐμβάλλειν Her.).

Middle Liddell

[Akin to βρέμω, βρόμος.]
I. thunder, Hom., etc.
II. the state of one struck with thunder, astonishment, Hdt.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βροντή -ῆς, ἡ βρέμω donder:; ἀστραπὴ ἐξ αἰθρίης καὶ β. ἐγένετο bliksem en donder kwamen uit een heldere hemel Hdt. 3.86.2; plur. donderslagen, gedonder.