Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βρόμος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: βρόμος Medium diacritics: βρόμος Low diacritics: βρόμος Capitals: ΒΡΟΜΟΣ
Transliteration A: brómos Transliteration B: bromos Transliteration C: vromos Beta Code: bro/mos

English (LSJ)

(A), ὁ, (βρέμω)

   A any loud noise, as the crackling of fire, Il.14.396, Thphr.Fr.165; roaring of thunder, Pi.O.2.27; of a storm, A. Th.213 (lyr.), Fr.195 codd.; of the drum, [Simon.]179.7; of horses, A. Th.476; ἐλάφω β. belling, Alc.97 (cf. Poxy.1789.29); of the flute, h.Merc.452, cf. S.Fr.513: hence, rage, fury, E.HF1212:— rare in Prose, βρόμοι καὶ ὀλολυγμοί Epicur.Fr.143; of thunder, earthquake, or sea, Arist.Mu.395a13,396a12, Mir.843a8; of a volcano, Id.Fr.634.    II τόπος εἰς ὃν ἔλαφοι οὐροῦσι καὶ ἀφοδεύουσι, Hsch.
βρόμος (B), also βόρμος (Dieuch. ap. Orib.4.7.20, Hsch.), ὁ,

   A oats, Avena sativa, Hp.Vict.2.43, Dsc.2.94, Polem.Hist.88.    2 wild oats, Avena barbata, Thphr.HP8.9.2, Ps.-Dsc.4.137: also, = αἰγίλωψ, ibid.

German (Pape)

[Seite 464] ὁ, Hafer, Theophr.; Wortspiel mit βρόμιος Iul. rex 1 (IX, 368). ὁ (βρέμω), Geräusch, Getöse, Hom. einmal, vom Prasseln des Feuers, Il. 14, 396; κεραυνοῦ Pind. Ol. 2, 27; Eur. Hipp. 1202; αὐλῶν, Flötengetön, H. h. Merc. 452 u. 17, 3; τυμπάνων Simonid. 106 (VI, 217); ἀνέμων Ant. Sid. 67 (VII, 8); Ap. Rh. 3, 1327; vom Erdbeben D. Sic. 5, 7.

Greek (Liddell-Scott)

βρόμος: ὁ, (βρέμω), Λατ. fremitus, πᾶσα μεγάλη ταραχή, ἰσχυρὸς κρότος, οἶον ἡ βοὴ τοῦ πυρός, Ἰλ. Ξ. 396· ὁ πάταγος τῆς βροντῆς, Πίνδ. Ο. 2. 45, Εὐρ.· τῆς τρικυμίας, Αἰσχύλ. Θήβ. 213, Ἀποσπ. 195· ὁ ἦχος τοῦ τυμπάνου, Σιμων. 191· τῶν ἵππων, Αἰσχύλ. Θήβ. 476· τοῦ αὐλοῦ, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 452, πρβλ. Σοφ. Ἀποσπ. 454· ― ἐντεῦθεν, ὀργή, μανία, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1212· ― σπάν. παρὰ πεζοῖς ἐπὶ τοῦ ἀνέμου καὶ τῆς θαλάσσης, Ἀριστ. π. Κόσμ. 4. 17 καὶ 32, Θαυμασ. 130· ἐπὶ ἡφαιστείου, ὁ αὐτ. Ἀποσπ. 591.

French (Bailly abrégé)

1ου (ὁ) :
frémissement, grondement, pétillement du feu ; grondement d’un ouragan.
Étymologie: βρέμω.

English (Autenrieth)

(βρέμω): roar, crackling, Il. 14.396†.

English (Slater)

βρόμος
   1 loud noise, roaring ἀποθανοῖσα βρόμῳ κεραυνοῦ τανυέθειρα Σεμέλα (O. 2.25)

Spanish (DGE)

-ου, ὁ

• Alolema(s): βόρμος Dieuch.15.51, Hsch., EM 205.3G.
bot.
1 avena, Auena satiua L. β. ὑγραίνει καὶ ψύχει Hp.Vict.2.43, γίνεται δ' ἄλφιτον καὶ ἀπὸ τοῦ βρόμου Dieuch.14.14, cf. l.c., Dsc.2.94, Polem.Hist.88, Gal.15.454, βρόμον γὰρ ὁρῶ τὰ σῖτά μου pues veo la avena como mi alimento LXX Ib.6.7, cf. Hsch.
2 avena loca, Auena barbata Thphr.HP 8.4.1, 8.9.2, CP 4.4.5, 4.5.2, 4.6.3, ἔστι δὲ τροφὴ τετραπόδων EM l.c. (pero cf. 1 βρῶμος).
3 otro n. del αἰγίλωψ trigo bastardo, Aegilops ouata L. o rompesacos, triuncialis L., Ps.Dsc.4.137.
-ου, ὁ estruendo
a) del fuego crepitación, chisporroteo πυρὸς ... β. Il.14.396, Arist.Fr.634 (= Thphr.Fr.165), Lex.Vind.β 21;
b) de fuerzas naturales bramido, rugido, estruendo del trueno βρόμῳ κεραυνοῦ Pi.O.2.25, cf. Arist.Mu.395a13, en una metáf. νιφάδος ... β. el estruendo de la nevada ref. a las armas arrojadizas, A.Th.213, el viento εὐλαβοῦ βρόμον καταιγίζοντα cuídate del bramido arrasador A.Fr.195, ἀνέμων β. AP 7.8 (Antip.Sid.), A.R.3.1328, el mar ἔνθεν τις ἠχὼ χθόνιος ... βαρὺν βρόμον μεθῆκε de allí un rumor subterráneo exhaló un profundo bramido E.Hipp.1202, κῦμα μετέωρον αἴρειν σὺν πολλῷ βρόμῳ Arist.Mir.843a8, un terremoto γίγνονται δὲ καὶ μυκηταὶ σεισμοί, σείοντες τὴν γῆν μετὰ βρόμου Arist.Mu.396a12, una erupción volcánica ἐκ τῶν χασμάτων ἐκπίπτει ... β. ἐξαίσιος D.S.5.7, cf. Plb.34.11.16, 18;
c) de instrumentos musicales estruendo, estridencia Κυβέλης ἱερὸν βρόμον ref. al sonido de instrumentos de percusión, Simon.158.7D., Βερέκυντα βρόμον ref. a la flauta frigia, S.Fr.513, β. αὐλῶν h.Merc.452;
d) de anim. rugido, bramido ἐλάφω ... β. berrido de un ciervo Alc.10.5, μάργων ἱππικῶν φρυαγμάτων βρόμον estruendo de los locos relinchos de los caballos A.Th.476, cf. Aq.Ez.23.20, θῆρας ... βρόμον λικμωμένους καπνοῦ fieras que lanzan un bramido humeante LXX Sap.11.18;
e) ruido de una ventosidad, Hp.Epid.4.31.

• Etimología: v. βρέμω.

Greek Monolingual

(I)
ο (Α βρόμος)
βρόμη, ονομασία αγρωστώδους που χρησιμεύει ως τροφή των ζώων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βρέμω, ίσως επειδή θεωρούνταν ότι το φυτό αυτό προστάτευε από τους κεραυνούς].
(II)
ο (AM βρόμος, Α και βρῶμος)
άσχημη μυρωδιά
νεοελλ.
1. ακαθαρσία
2. αισχρολογία
3. κοιλότητα του καραβιού όπου μαζεύονται βρόμικα νερά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Τόσο για την ετυμολογία όσο και για την ορθογραφία της λ. βρόμος έχουν διατυπωθεί πολλές υποθέσεις, από τις οποίες καμιά δεν μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα. Οι υποστηρικτές της γραφής με -ω- παίρνοντας ως βάση τη λ. βρώμα «τροφή» θεωρούν το βρώμος ως παρετυμολογικό παράγωγο αυτής. Δεδομένου δε ότι βρώμα < βιβρώσκω, το οποίο με τη σημ. «καταβροχθίζω» χαρακτηρίζει τα σαρκοβόρα, η λ. βρώμα θα μπορούσε να σημαίνει «αυτό που καταβροχθίζεται από τα σαρκοβόρα», δηλ. το πτώμα, το ψοφίμι, το οποίο συνοδεύεται βεβαίως και από τη χαρακτηριστική δυσωδία. Κατ' άλλους, η λ. αφαιρέθηκε από το νεκρώσιμο τροπάριο «σκωλήκων βρώμα και δυσωδία» και εκλήφθηκε ως δυσωδία. Σύμφωνα τέλος με άλλη άποψη, η οποία θεωρείται και ορθότερη, η λ. βρόμος, που πρέπει να γράφεται με -ο-, δεν είναι παρά η αρχαία λ. βρόμος (III) «δυνατός θόρυβος». Η σημασιολογική εξέλιξη της λ. από «θόρυβος» σε «δυσωδία» προήλθε από ορισμένα φαινόμενα, στα οποία οι έννοιες βρέμω, κροτώ, ηοφώ και κακώς όζω είναι στενά συνδεδεμένες —πρβλ. πέρδομαι, κρούω «πέρδομαι» (διαλεκτ.) —. Έτσι και στη λ. βρόμος η έννοια του θορύβου συνδέθηκε με κάποια δυσωδία που ακολουθεί μετά τον θόρυβο και κατέληξε να δηλώνει την ίδια την κακοσμία. Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή η λ. γράφεται προφανώς με -ο-, αφού αποτελεί την ετεροιωμένη βαθμίδα του ρ. βρέμω, η δε αρχαία γραφή με -ω- (βρώμος II, άβρωμος, βρωμώ, βρωμώμαι II) αποτελεί την εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα της ρίζας (πρβλ. πέλω, πόλος, πωλώ - νέμω, νόμος, νωμώ κ.ά.) και με αλληλεπίδραση των διαφόρων τύπων μεταξύ τους απαντά η διπλή γραφή βρόμος και βρώμος, βρομώ και βρωμώ. Η ερμηνεία όμως αυτή της γραφής με -ω- δεν είναι πλήρως ικανοποιητική. Στην πραγματικότητα το -ω- του τ. βρώμος και των παραγώγων του παραμένει ανεξήγητο].
(III)
βρόμος, ο (A)
1. δυνατός θόρυβος, η βοή της φωτιάς, η βροντή, ο παφλασμός των κυμάτων, ο ήχος του τυμπάνου ή του αυλού
2. οργή, μανία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βρέμω. Βλ. και βρόμος (ΙΙ) .
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αρχ. άβρομος, αλίβρομος, βαρύβρομος, εγχειβρόμος, ερίβρομος, θηρόβρομος, ιφθόβρομος, μεγαλόβρομος, μελίβρομος, νυκτίβρομος, ομόβρομος, πολύβρομος, πυρίβρομος, υψίβρομος].

Greek Monotonic

βρόμος: ὁ (βρέμω), Λατ. fremitus,
1. κάθε δυνατός, ηχηρός θόρυβος, όπως είναι το τρίξιμο της φωτιάς, σε Ομήρ. Ιλ.· ή το βουητό της καταιγίδας, σε Αισχύλ.· ή το χλιμίντρισμα των αλόγων, στον ίδ.·
2. οργή, μανία, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

βρόμος:
1) треск, шум (πυρὸς αἰθομένοιο Hom.; βρόμοι καὶ ὀλολυγμοί Plut.);
2) грохот, рокот, гул (κεραυνού Pind.; βροντῆς Eur.; σείειν τὴν γῆν μετὰ βρόμου Arst.; ἐκ τῶν χασμάτων Diod.);
3) гудение, звуки (αὐλῶν HH; τυμπάνων Anth.);
4) свист, вой (ἀνέμων Anth.);
5) рев (ἱππικῶν φρυαγμάτων Aesch.).

Frisk Etymological English

1. βροντήSee also: s. βρέμω.
2.
Grammatical information: m.
Meaning: oats (Thphr.)
Other forms: Also βόρμος (Dieuch. ap. Orib.)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown.
3.
Grammatical information: m.
Meaning: τόπος εἰς ον ἔλαφοι οὐροῦσι καὶ ἀφοδεύουσι Η.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. Hardly to βρέμω with LSJ.

Middle Liddell

βρέμω
1. Lat. fremitus, any loud noise, as the crackling of fire, Il.; roaring of a storm, Aesch.; neighing of horses, Aesch.
2. rage, fury, Eur.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βρόμος -ου, ὁ βρέμω haver.
βρόμος -ου, ὁ βρέμω van allerlei soorten hard, aanhoudend en meestal laag geluid: gedreun, gebulder, lawaai.

Frisk Etymology German

βρόμος: βροντή
{brómos}
See also: s. βρέμω.
Page 1,270