Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βρόχθος

Ἰχθύς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται -> The fish stinks from the head
Michael Apostolius Paroemiographus, Paroemiae
Full diacritics: βρόχθος Medium diacritics: βρόχθος Low diacritics: βρόχθος Capitals: ΒΡΟΧΘΟΣ
Transliteration A: bróchthos Transliteration B: brochthos Transliteration C: vrochthos Beta Code: bro/xqos

English (LSJ)

ὁ,

   A throat, Theoc.3.54.    II throatful (as vomited), Hp.Morb.2.69,74.    2 draught (that which can be swallowed at a gulp, Sch.Nic.Th.366), AP11.298, Phld.Mort.33.

German (Pape)

[Seite 465] ὁ, 1) die Kehle, Theocr. 3, 54. – 2) ein Schluck (ὀλίγον πόμα Schol. Nic. Th. 366), Hippocr.; Ep. ad. 98 (XI, 298), od. Fläschchen.

Greek (Liddell-Scott)

βρόχθος: ὁ, ὁ λαιμός, ὁ φάρυγξ, λάρυγξ, Θεόκρ. 3. 54, Ἀνθ. II. 11. 298. ΙΙ. ῥόφημα, κατάποσις, Ἱππ. 485. 30., 487. 22.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 gosier, gorge, goulot;
2 gorgée.
Étymologie: DELG étym. obscure ; pê rapport avec βιβρώσκω.

Spanish (DGE)

-ου, ὁ 1 garganta ὡς μέλι τοι γλυκὺ τοῦτο κατὰ βρόχθοιο γένοιτο Theoc.3.54.
2 trago, buche usado como medida χολὴν ἀπεμεῖ ὀλίγην ὅσον βρόχθον vomita bilis en pequeña cantidad, el equivalente a un trago Hp.Morb.2.69, cf. 74
ref. a una pequeña cantidad de bebida ἐκ βρόχθου ὀλίγοιο τί σοι δῶ ...; AP 11.298, cf. Phld.Mort.33.8, Sch.Nic.Th.366.

• Etimología: Deriv. de βρόχω q.u.

Greek Monolingual

βρόχθος, ο (Α)
1. ο φάρυγγας
2. κατάποση μικρής ποσότητας υγρού, γουλιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Το επίθημα -θος απαντά σε λέξεις που σημαίνουν μέλος του σώματος (πρβλ. γνάθος, γρόνθος, στήθος). Συνδέεται με τα μσν. άνω γερμ. Krage «λαιμός», μσν. αγγλ. crawe «στομάχι (πουλερικού)», που ανάγονται σε ινδοευρ. gwrogh-, «καταπίνω, καταβροχθίζω». Τέλος υποστηρίζεται ότι πιθανόν να συνδέεται με το βιβρώσκω.

Greek Monotonic

βρόχθος: ὁ, λάρυγγας, λαιμός, σε Θεόκρ., Ανθ. (αμφίβ. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

βρόχθος:
1) глотка Theocr.;
2) горлышко (sc. λαγύνου Anth.).

Frisk Etymological English

See also: s. βρόξαι.

Middle Liddell

[deriv. uncertain]
the throat, Theocr., Anth.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βρόχθος -ου, ὁ [βροχ-]
1. keel.
2. zoveel als in één keer door je keel gaat: slok; ook van braaksel. Hp.

Frisk Etymology German

βρόχθος: {brókhthos}
See also: s. βρόξαι.
Page 1,272