Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βυζί

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το (Μ βυζίον και βυζίν)
ο μαστός των ανθρώπων και των Θηλαστικών (γενικότερα)
νεοελλ.
1. ο θηλασμός
2. το μητρικό γάλα
3. οτιδήποτε μοιάζει με μαστό ή θηλή (όπως π. χ. οι θηλές του χταποδιού)
4. πηγή από την οποία προέρχονται οφέλη, κυρίως οικονομικά
5. φρ. «απ' το βυζί της μάννας του» — από πολύ μικρή ηλικία.
[ΕΤΥΜΟΛ. βυζί < μσν. βυζίν < μσν. βυζίον < βυζάνω, με υποχωρητικό σχηματισμό. Κατ' άλλη άποψη, το μσν. βυζίον αποτελεί υποκοριστικό του βυζόν, ουσιαστικοποιημένου τ. του αρχ. επιθ. βυζόν «πυκνόν, συνετόν, γαύρον δε και μέγα» (Ησύχ.)].