Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βόρβορος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: βόρβορος Medium diacritics: βόρβορος Low diacritics: βόρβορος Capitals: ΒΟΡΒΟΡΟΣ
Transliteration A: bórboros Transliteration B: borboros Transliteration C: vorvoros Beta Code: bo/rboros

English (LSJ)

ὁ,

   A mire, filth, Asius 1, Heraclit.13, A.Eu.694, Ar.V. 259, Pl.Phd.69c, LXX Je.45.6, 2 Ep.Pet.2.22. etc.: distd. fr. πηλός clay, moist earth, Luc.Prom.Es1; sewer, Hsch.: metaph., foul abuse, τοσοῦτον β. κατήντλησάς μου Luc.Lex.17.

German (Pape)

[Seite 453] ὁ, Schlamm, Schmutz, Mist, Aesch. Eum. 664; Ar. Ran. 145 u. öfter; Plat. Phaed. 69 c; auch plur., 110 a u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

βόρβορος: ὁ, ἀκαθαρσία, βρωμερὰ λάσπη, Λατ. coenum, Ἄσιος 1. Αἰσχύλ. Εὐμ. 694, Ἀριστοφ. Σφηξ. 259, Πλάτ., κ. ἀλλ. · ―διαφέρει τοῦ πηλός, ὑγρὰ γῆ, λάσπη, Λατ. lutum (ὃ ἴδε), ἴδε Hemsterh. Λουκ. Προμ. 1.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
fange, bourbier.
Étymologie: DELG étym. inconnue.

English (Abbott-Smith)

βόρβορος, -ον, ὁ, [in LXX: Je 45(38):6 (טִיט)*;]
mud, filth: II Pe 2:22.†

English (Strong)

of uncertain derivation; mud: mire.

English (Thayer)

βορβόρου, ὁ, dung, mire: Sept.; Aeschylus, Aristophanes, Plato, and following; ἐν βορβόρῳ κυλίεσθαι, of the vicious, Epictetus diss. 4,11, 29.)

Greek Monolingual

ο (AM βόρβορος)
βρομερή λάσπη, βούρκος
μσν.- νεοελλ.
ηθική ακαθαρσία, διαφθορά
αρχ.
κόπρανα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λ., σχηματισμένη με εκφραστικό αναδιπλασιασμό. Αν υποτεθεί ότι πρόκειται για κληρονομημένη λ., τότε μπορεί να συσχετιστεί με τα ρωσ. -σλαβ. bara «τέλμα, έλος», ιλλυρ. Metu-Barbis (όνομα νησιού, κυριολ. «ανάμεσα σε έλη»), αλβ. berak, brak «έλος». Η σύνδεση με το αρμ. kork «ρύπος, ακαθαρσία, βόρβορος» καθιστά πιθανή μια αρχική ινδοευρ. μορφή guorgu (or) o-s. Εξάλλου, σύμφωνα με νεώτερη άποψη, υποστηρίζεται η αναγωγή σε χεττιτ. burbura- (ή purpura-). Τέλος, σημειώνεται ότι παρατηρείται σύγχυση του βόρβορος με την ετυμολογική ομάδα του βορβορύζω «έχω γουργούρισμα στην κοιλιά» (πρβλ. βορβόρωσις), ενώ η μεταξύ τους σχέση, λόγω της απομακρυσμένης σημασίας τους, είναι αμφίβολη.
ΠΑΡ. βορβορώνω (AM -ώ, Μ και -ώνω)
αρχ.
βορβορώδης.
ΣΥΝΘ. μσν. βορβοροφάγος
αρχ.
(Α' συνθετικό) βορβορόθυμος, βορβοροκοίτης, βορβορόπη, βομβοροτάραξις, βομβορόφυρτος
(Β' συνθετικό) αβόρβορος, υποβόρβορος].

Greek Monotonic

βόρβορος: ὁ, βρωμερή λάσπη, βούρκος, ακαθαρσία, Λατ. coenum, σε Αισχύλ., Αριστοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

βόρβορος: ὁ реже pl. грязь, нечистоты Aesch., Arph., Plat., Arst., Plut.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: mire, filth (Asios).
Derivatives: Βορβορῖται name of an association in Thera (inscr.) and of a Manichaean-gnostic sect (Epiph.), s. Redard Noms grecs en -της 189, 217, 259. - Denomin.: βορβορόω, βορβορίζω (Dsc.); = μολύνει H. - S. also βοβορύζω.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Expressive reduplicated formation, partly onomatopoetic (cf. βορβορίζει). Perhaps to RussCS etc.. bara marsh, Illyr. Metu-barbis (an island, from "between marshes"?) and other names, s. Vasmer Russ. et. Wb. s. bara; Krahe, Glotta 22, 125 and Sprache 1, 39. - Very doubtful Arm. kork dirt as *guorgu̯(or)o-s.

Middle Liddell


mud, mire, Lat. coenum, Aesch., Ar., etc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βόρβορος -ου, ὁ, onomat., modder, vuiligheid; overdr.. τοσοῦτον βόρβορον... κατήντλησάς μου zo’n hoeveelheid vuiligheid (van woorden) heb jij over mij uitgestort! Luc. 46.17.

Frisk Etymology German

βόρβορος: {bórboros}
Grammar: m.
Meaning: Schlamm, Kot (ion. att.).
Derivative: Ableitungen: Βορβορῖται N. eines Vereins in Thera (Inschr.) und einer manichäisch-gnostischen Sekte (Epiph. u. a.), vgl. Redard Les noms grecs en -της 189, 217, 259 m. Lit. — βορβορώδης voll Schlamm, schmutzig (ion. att.). — Denominative Verba: βορβορόω mit Schlamm füllen (Arist.), βορβορίζω schlammartig sein (Dsk.); = μολύνει H. — Vgl. auch zum Vorherg.
Etymology : Expressive Reduplikationsbildung, vielleicht onomatopoetisch (vgl. βορβορίζει). Falls Erbwort, kann es zu russ.-ksl. usw. bara Sumpf, illyr. Metu-barbis (Inselname, eig. "zwischen Sümpfen"?) und einigen anderen weniger sicheren oder sehr unsicheren EN und Appellativen gehören, s. Vasmer Russ. et. Wb. s. bara, Krahe Glotta 22, 125 und Sprache 1, 39 mit weiteren Angaben. — Die Zusammenstellung mit arm. kork Schmutz (Bugge KZ 32, 12) setzt eine an und für sich mögliche idg. Grundform *gorg(or)o-s voraus.
Page 1,252

Chinese

原文音譯:bÒrboroj 波而波羅士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:泥濘 相當於: (טִיט‎)
字義溯源:泥^,污泥,泥濘,骯髒
出現次數:總共(1);彼後(1)
譯字彙編
1) 污泥中(1) 彼後2:22

English (Woodhouse)

βόρβορος = clay, mud

⇢ Look up "βόρβορος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)