Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γέγωνα

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: γέγωνα Medium diacritics: γέγωνα Low diacritics: γέγωνα Capitals: ΓΕΓΩΝΑ
Transliteration A: gégōna Transliteration B: gegōna Transliteration C: gegona Beta Code: ge/gwna

English (LSJ)

Ep. pf. with pres. and past signf., used by Hom. in 3sg. γέγωνε and part.

   A γεγωνώς Il.11.275, al.: 3sg. plpf. (with impf. signf.) ἐγεγώνειν 22.34, 23.425, Od.21.368: later, imper. γέγωνε A.Pr.195, S.Ph.238, E.Or.1220; subj. γεγώνω S.OC213; part. γεγωνώς Arist.Pr.904b35, cf. γεγωνός:—from pres. *γεγώνω Hom. has inf. γεγωνέμεν Il.8.223, 11.6, 3sg. impf. ἐγέγωνεν (v.l. γέγωνεν) 14.469:—from pres. *γεγωνέω come inf. γεγωνεῖν 12.337, Pi.P.9.3, A.Pr.523, Pl.Hp.Ma.292d: impf. ἐγεγώνευν Od.17.161, γεγώνευν 9.47: after Hom., 3sg. γεγωνεῖ Arist.de An.420a1, Pr. 917b21: impf. -είτω X.Cyn.6.24; part. γεγωνέοντες Michel 1383B (Chios): fut. γεγωνήσω E.Ion696 (lyr.): aor.inf. γεγωνῆσαι A.Pr.990, part. -ήσας D.C.68.3; cf. γεγωνητέον, γεγωνίσκω:—shout so as to make oneself heard, κώκυσεν… γέγωνέ τε πᾶν κατὰ ἄστυ Il.24.703; ἐβόησε, γέγωνέ τε πᾶσι θεοῖσι Od.8.305: in pres. sense, ὅσσον τε γέγωνε βοήσας as far as [a man] can make himself heard by shouting, Od.6.294 (also in past sense, 5.400, al.); οὔ πώς οἱ ἔην βώσαντι γεγωνεῖν Il.12.337; ἀδηνέως γεγωνέοντες Michel l.c.; make one's voice carry, πολλῷ πλέον γεγωνεῖν (Cobet for ἢ ἀγνοεῖν) ἔστι νύκτωρ ἢ μεθ' ἡμέραν Antipho 5.44; πορρωτέρω ὁ αὐτὸς τῇ αὐτῇ φωνῇ γεγωνεῖ μετ' ἄλλων ᾄδων καὶ βοῶν ἢ μόνος Arist.Pr.917b21: c. dat. pers., cry out to, ἐγεγώνει… Πουλυδάμαντι Il.14.469, etc.; θεοῖσι μετ' ἀθανάτοισι γεγώνευν Od.12.370; make oneself heard by a person, οὐδέν σοι μᾶλλον γεγωνεῖν δύναμαι ἢ εἴ μοι παρεκάθησο λίθος Pl.Hp.Ma.292d.    b speak articulately, opp. to mere sound, ὁ ἀὴρ οὐ γεγωνεῖ Arist.de An.420a1; οὐ δύνανται γεγωνεῖν… ἀλλὰ μόνον φωνοῦσιν Id.Aud.804b24.    2 c. acc. pers., sing, celebrate, Pi.P.9.3.    3 c. acc. rei, tell out, proclaim, A.Pr. 523, al.; τινί τι ib.195,784, S.Ph.238; τινί τι ἐς οὖς γ. E.Ion696; τὰ γεγωνᾱμένα the proclamation, IG5(1).1111.12 (Geronthrae); also οὐκ ἔχω… γεγωνεῖν ὅπα I cannot tell where [it is], E.Hipp.586 codd.—For part. γεγωνώς as Adj., v. γεγωνός 2.

German (Pape)

[Seite 477] perf. II. mit Präsensbedtg, rufend gehört, vernommen werden, auch γεγωνέω und γεγώνω; von γέγωνα Hom. γέγωνε praes. Odyss. 5, 400, γεγωνώς Iliad. 13, 149; von γεγωνέω infin. γεγωνεῖν Iliad. 12, 337, ἐγεγώνευν 1. singul. Odyss. 17, 161, γεγώνευν 1. singul. 12, 370, γεγώνευν 3. plur. 9, 47; von γεγώνω praeterit. ἐγέγωνεν Iliad. 14, 469, praeterit. γέγωνε Odyss. 8, 305 Iliad. 24, 703; von γεγώνω oder von γέγωνα infin. γεγωνέμεν Iliad. 8, 223; von γεγωνέω oder von γέγωνα praeter. ἐγεγώνει Odyss. 21, 368. Vgl. im Allgem. Herodian. Scholl. Iliad. 12, 337. Nachhomerische Formen: conj. γεγώνω Soph. O. C. 214; γέγωνε imperat. Philoct. 238 Aesch. Prom. 193; γεγωνείτω Xen. Cyn. 6, 24; γεγωνῆσαι Aesch. Prom. 990; γεγωνήσομεν Eur. Ion. 696; γεγωνητέον Pind. Ol. 2, 6. Daneben Homerische Formen: γεγωνεῖν Pind. Ol. 3, 9 Plat. Hipp. maior. 292 d. – Ueber die Bdtg vgl. Lehrs Aristarch. p. 107: Scholl. Aristonic. Iliad. 8, 223 πρὸς τὴν τάξιν τῆς νεωλκίας ἡ παρατήρησις, καὶ πρὸς τὸ γεγωνέμεν, ὅτι οὐ ψιλῶς ἐστι φωνεῖν ἀλλ' ἀκουστὸν φθέγγεσθαι. Nämlich nach Hom. wurde das Wort einfach in der Bdtg »sagen«, »sprechen« gebraucht, z. B. Aesch. Prom. 193 Soph. Philoct. 238. In dieser Bdtg = »sagen« erscheint das Wort auch Odyss. 17, 161 τοῖον ἐγὼν οἰωνὸν ἐφρασάμην καὶ Τηλεμάχῳ ἐγεγώνευν, unächte Stelle, s. Scholl. Didym. 17, 160. Homerisch ist das Wort gebraucht z. B. Odyss. 6, 294 ἔνθα δὲ πατρὸς ἐμοῦ τέμενος τεθαλυῖά τ' ἀλωή, τόσσον ἀπὸ πτόλιος ὅσσον τε γέγωνε βοήσας, so weit wie der Ruf eines Menschen gehört wird; γέγωνέ τε πᾶν κατὰ ἄστυ, ihr Ruf wurde in der ganzen Stadt vernommen, Il. 24, 703; οὔ πώς οἱ ἔην βώσαντι γεγωνεῖν, sein Ruf konnte nicht vernommen werden, Il. 12, 337; ἤυσεν δὲ διαπρύσιον, Δαναοῖσι γεγωνώς 8, 227. – Eur. Ion. 696 ἐς οὖς γεγωνήσομεν, ins Ohr schreien; Pind. u. Tragg. = laut reden, verkündigen, c. acc., Πυθιονίκας, Θήρωνα, Pind. P. 9, 3 Ol. 2, 6, preisen; νυκτίφοιτ' ὀνείρατα Aesch. Prom. 660; τινί τι 786; Soph. Phil. 238. Von leblosen Dingen = schallen, ertönen, Arist. de anim. 2, 8.

Greek (Liddell-Scott)

γέγωνα: ἐπ. πρκμ. μετὰ σημασίας καὶ ἐνεστῶτος καὶ παρῳχ., ἐν χρήσει παρ᾿ Ὁμ. ἐν τῷ γ΄ ἑν. προσώπῳ γέγωνε καὶ μετοχ. γεγωνὼς (ἴδε κατωτ.), γ΄ ἑν. ὑπερσ. (μὲ σημασίαν παρατ.) ἐγεγώνειν Ἰλ. Χ. 34, Ψ. 425, Ὀδ. Φ. 368 (Βεκκ.). ― Ἐν Ἰλ. Θ. 223., Λ. 6, ἔχομεν ἀπαρέμφ. γεγωνέμεν, ὅπερ φαίνεται προϋποθέτον ἐνεστῶτα γεγώνω, ὡς καὶ γ΄ ἑνικ. παρατ. ἐγέγωνεν― (ἐκτὸς ἂν ἀναγνώσωμεν γέγωνεν) ἐν Ἰλ. Ξ. 469· ― προστακτ. γέγωνε Αἰσχύλ. Πρ. 193, Σοφ. Φ. 238, Εὐρ. Ὀρ. 1220· ὑποτακτ. γεγώνω Σοφ. Ο. Κ. 213· μετοχ. γεγωνὼς Ἀριστ. Προβλ. 11. 25. Ἐνεστώς τις γεγωνέω εὐρίσκεται παρ᾿ Ὁμ. κατ᾿ ἀπαρέμφ. γεγωνεῖν, ὡς ἐν Αἰσχύλ. Πρ. 523, 657, 787, κτλ. παρατ. ἐγεγώνευν Ὀδ. Ρ. 161, γεγώνευν Ι. 47, Μ. 370· οὗτοςτύπος ἀπαντᾷ καὶ παρὰ τοῖς μεθ᾿ Ὅμηρον συγγραφεῦσι, γ΄ ἑνικ. γεγωνεῖ Ἀριστ. περὶ Ψυχ. 2. 8, 7, Προβλ. 19. 2· προστακτ. –είτω Ξεν. Κυν. 6, 24· ἀπαρ. –εῖν Πίνδ., Τραγ., Πλάτ. Ἱππ. Μείζ. 292D· μέλλ. γεγωνήσω Εὐρ. Ἴωνι 696, Πλούτ.· ἀόρ. ἀπαρ. γεγωνῆσαι Αἰσχύλ. Πρ. 990, μετοχ. –ήσας Δίων Κ.· ῥημ. ἐπίθ. –ητέον Πίνδ. Ο. 2. 10. ― Περὶ τοῦ ἐνεστῶτος γεγωνίσκω, ἴδε ἐν λέξει. 1) ἀπολ., κράζω, φωνάζω δυνατὰ ὥστε γίνομαι ἀκουστός, κώκυσεν…, γέγωνέ τε πᾶν κατὰ ἄστυ Ἰλ. Ω. 703· ἐβόησε, γέγωνέ τε πᾶσι θεοῖσι Ὀδ. Θ. 305· (ἐν οἷς χωρίοις κεῖται ὡς ἀόρ.)· ἀλλ’ ἐν τῇ φράσει ὅσσον τε γέγωνε βοήσας (Ὀδ. Ζ. 294) εἶνε ἀναμφιβόλως ἐνεστ., «ὅσον [τις] δύναται νὰ καταστήσῃ ἑαυτὸν ἀκουστὸν» ἐὰν φωνάζῃ· ἐνῷ ἀλλαχοῦ δύναται νὰ εἶναι καὶ ἀόρ., ὅσον ἠδυνήθη τις…, Ὀδ. Ε. 400, Ζ. 294, Ι. 473, Μ. 181· οὔπως οἱ ἔην βώσαντι γεγωνεῖν Ἰλ. Μ. 337· ― μ. δοτ. προσ., κράζω πρός τινα, ἐγεγώνει… Πουλυδάμαντι Ξ. 469, κτλ.· θεοῖσι μετ᾿ ἀθανάτοισι γεγώνευν Ὀδ. Μ. 370· ― ἐνίοτε παρ᾿ Ἀττ., ἀκούομαι ὁμιλῶν, εἶμαι ἀκουστός, πλέον γεγωνεῖν, ἐκ διορθώσεως τοῦ Cobet ἐν Ἀντιφῶντι 134. 30, ἀντὶ τοῦ πλέον γ᾿ ἀγνοεῖν, πρβλ. Ἀριστ. Προβλ. 19. 2· ὁ ἀὴρ οὐ γεγωνεῖ ὁ αὐτ. περὶ Ψυχ. 2. 8, 7· οὐ δύνανται γεγωνεῖν…, ἀλλὰ μόνον φωνοῦσιν ὁ αὐτ. π. Ἀκουσμ. 72, πρβλ. 32, 37. 2) μ. αἰτιατ. προσώπου, ψάλλω, ἐξυμνῶ, Πίνδ. Ο. 2. 10, Π. 9. 3. 3) μ. αἰτ. πράγμ., φανερώνω, διακηρύττω, διαδηλῶ, Αἰσχύλ. Πρ. 523, 657, 787, 820, 990· τινί τι ὁ αὐτ. 192, 784, Σοφ. Φ. 238· ― ὡσαύτως, οὐκ ἔχω… γεγωνεῖν ὅπα, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ποῦ [εἶνε], Εὐρ. Ἱππ. 585.

French (Bailly abrégé)

pf.2 au sens d’un prés., d’où le prés. γεγωνέω-ῶ :
1 pousser des cris, crier ; ὅσσον τε γέγωνε βοήσας OD aussi loin qu’un homme peut se faire entendre en criant ; γ. τινί parler en criant, s’adresser en criant à qqn;
2 se faire entendre en criant : οὔπως οἱ ἔην βώσαντι γεγωνεῖν IL malgré ses cris, il ne put parvenir à se faire entendre;
3 p. ext. parler, p. opp. à un bruit inarticulé : γ. τι dire ou annoncer qch ; γ. τινί τι dire ou annoncer qch à qqn.
Étymologie: orig. inconnue.

English (Autenrieth)

the perf. w. pres. signif., inf. γεγωνέμεν, part. γεγωνώς, plup. (or ipf.) ἐγεγώνει, pres. inf. γεγωνεῖν, ipf. ἐγέγωνε, (ἐ)γεγώνευν: make oneself heard by a call; οὔ πώς οἱ ἔην βώσαντι γεγωνεῖν, Il. 12.337; ὅσσον τε γέγωνε βοήσᾶς (sc. τὶς), Od. 5.400; call, cry out to, γέγωνέ τε πᾶν κατὰ ἄστυ, Il. 24.703; Κίκονες Κικόνεσσι γεγώνευν, Od. 9.47.

Spanish (DGE)

• Morfología: sólo perf. c. valor de pres.; inf. γεγωνέμεν Il.8.223, 11.6, imperat. γέγωνε A.Pr.193, S.Ph.238, E.Or.1220, subj. γεγώνω S.OC 213, part. γεγωναμένα IG 5(1).1111.12 (Gerontras); plusperf. ἐγέγωνεν Il.14.469; v. γεγωνέω
I intr.
1 c. suj. de pers. hacerse, dejarse oir c. constr. adverb. ἀμφοτέρωσε Il.8.223, 11.6, μέγα δ' οἰμώξας ἐγεγώνει Il.22.34, κώκυσέν τ' ἄρ' ἔπειτα γέγωνέ τε πᾶν κατὰ ἄστυ (Casandra) inició el lamento y luego se dejó oir por toda la ciudad, Il.24.703, ὅσον τε γέγωνε βοήσας Od.5.400, 6.294
c. dat. llamar ἤϋσεν δὲ διαπρύσιον Δαναοῖσι γεγωνώς Il.8.227, 11.265, 586, σμερδαλέον δ' ἐβόησε, γέγωνέ τε πᾶσι θεοῖσι Od.8.305, Πολυδάμαντι Il.14.469, cf. 23.425, Hes.Fr.75.12, A.Pr.193.
2 c. suj. no de pers. sonar, resonar πλήξεις ... γεγωνυίας Ph.1.123, τοῦ γεγωνότος λόγου σύμβολον ὄντες Ph.1.133.
II tr. contar c. ac. de ‘palabras’ o ‘relatos’ γέγωνέ μοι πᾶν τοῦθ', ὅπως εἰδῶ τίς εἶ S.Ph.238, en v. pas. IG l.c., cf. γεγωνέω, γεγωνός.

• Etimología: Sin etim. La rel. c. γιγνώσκω es inviable fonéticamente.

Greek Monolingual

γέγωνα (Α)
1. μιλώ ή φωνάζω δυνατά
2. αποτείνομαι σε κάποιον με δυνατή φωνή
3. ομιλώ ευδιάκριτα, καθαρά
4. ψάλλω, υμνώ
5. διαλαλώ, διακηρύσσω, δηλώνω
αρχ.-μσν.
φρ. «γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ» — με δυνατή φωνή, όχι χαμηλόφωνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαίος παρακμ. με σημ. ενεστώτος, για τον οποίο έχει υποτεθεί εκτεταμένη- ετεροιωμένη βαθμίδα της ρίζας ĝen- «γνωρίζω» και επομένως σχέση με το γιγνώσκω].

Greek Monotonic

γέγωνα: Επικ. παρακ. με σημασία ενεστ., που χρησιμ. από τον Όμηρ. στο γʹ ενικ. γέγωνε και μτχ. γεγωνώς, γʹ ενικ. υπερσ. (με σημασία παρατ.) ἐγεγώνειν· προστ. γέγωνε, υποτ. γεγώνω, μτχ. γεγωνώς· ως απόλ., φωνάζω τόσο ώστε να ακουστώ· ὅσσον τε γέγωνε βοήσας, ως εκείνο το σημείο που κάποιος μπορεί να ακουστεί μέσω της κραυγής, σε Ομήρ. Οδ.· με δοτ. προσ., φωνάζω σε κάποιον, στο ίδ. (αμφίβ. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

γέγωνα: pf.-praes., тж. γεγωνέω и γεγώνω
1) громко кричать, т. е. быть услышанным (φθέγγεσθαι, ἀλλ᾽ οὐ γεγωνεῖν Arst.): ὅσσον γέγωνε βοήσας Hom. на расстоянии слышимости крика; οὔπως οἱ ἔην βώσαντι γεγωνεῖν Hom. крик его никак не мог быть услышанным;
2) громко обращаться (τινι Hom.);
3) подавать голос, давать знать криком Xen.;
4) объявлять, говорить, рассказывать (γεγωνῆσαί τί τινι ἐς οὖς Eur.; λόγον τινί Aesch.; πᾶν τοῦτό τινι Soph.);
5) воспевать, прославлять (τινα Pind.);
6) звучать (ὁ ἀὴρ οὐ γεγωνεῖ Arst.).

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: shout so as to make onself heard (Il.; on the meaning Wackernagel Unt. 156f.);
Other forms: Old perfect, preterite (pluperfect) (ἐ)γέγωνε, ἐγεγώνει, ἐγεγώνευν (-εον), inf. γεγωνέμεν, -εῖν, ptc. γεγωνέοντες (Chios Va); imp. γέγωνε (A.), γεγωνείτω (X.), 3. sg. pres. ind. γεγωνεῖ (Arist.); new aor. γεγωνῆσαι (A.), Fut. -ήσω (E.). Unclear γεγωναί αἱ ὁμιλίαι H.
Derivatives: γεγώνησις (Plu.). From the ptc. γεγωνώς the adj. γεγωνός, -όν loud-sounding (A.). Recent γεγωνίσκω (A.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Often connected with γιγνώσκω, but the lengthened vowel is unclear (Schwyzer 770).

Middle Liddell


epic perf. with pres. signf., pluperf. used as impf., to call out so as to be heard, ὅσσον τε γέγωνε βοήσας as far as a man can make himself heard by shouting, Od.:—c. dat. pers. to cry out to, Od. [deriv. uncertain].]

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γέγωνα (alleen vormen van perf. met praes. bet.) en later γεγωνέω, inf. γεγωνεῖν, ep. ook γεγωνέμεν ; perf. en plqperf. 3 sing. γέγωνε, ep. plqperf. (ἐ)γεγώνευν, 3 sing. ἐγεγώνει en (ἐ)γέγωνεν.
1. zich laten horen door te schreeuwen, schreeuwen, zijn stem verheffen :. ὅσσον τε γέγωνε βοήσας zover als iemand zich door te schreeuwen kan laten horen Od. 6.294; ἤϋσεν δὲ διαπρύσιον Δαναοῖσι γεγωνώς hij sprak luid met stemverheffing tot de Danaërs Il. 8.227; οὐδέν σοι μᾶλλον γεγωνεῖν δύναμαι ἤ … ik kan bij jou net zo min met stemverheffing doordringen als (bij een steen) Plat. HpMa 292d.
2. laten horen, vertellen, met acc. en dat. : ἐμᾷ δεσποίνᾳ τάδε … ἐς οὖς γεγωνήσομεν wij zullen dit in het oor van mijn meesteres laten klinken Eur. Ion 69.