Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γαῦρος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: γαῦρος Medium diacritics: γαῦρος Low diacritics: γαύρος Capitals: ΓΑΥΡΟΣ
Transliteration A: gaûros Transliteration B: gauros Transliteration C: gayros Beta Code: gau=ros

English (LSJ)

ον, A exulting in, βοστρύχοισι Archil.58; ὄλβῳ E.Supp. 862: abs., haughty, disdainful, Id.Fr.788, Ar.Ra.282; γ. καὶ μετέωρος Luc.Nigr.5, cf. Jul.Caes.319d; in good sense, splendid, D.Chr. 67.5 (Comp.), D.C.68.31; epith. of ἔφηβοι, IG7.544,545 (Tanagra); also, skittish, μόσχω γαυροτέρα Theoc.11.21: τὸ γ., = γαυρότης, τὸ γ. ἐν φρεσὶν κεκτημένοι E.Supp.217; τὰ γαῦρα Babr.43.6. Adv. Sup. γαυρότατα, εἰπεῖν Max. Tyr.7.7. (Cf. γαίω.)

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 476] ον (γαF, s. γαίω), freudig, fröhlich, καὶ ἱλαρός Plut.; gew. stolz, sich brüstend, ὄλβῳ Eur. Suppl. 862; vgl. 229; βοστρύχοις Archil. frg. 33; γαῦρος φρονήματι Plut. Rom. 18, wie Rufin. 37 (V, 27); καὶ μετέωρος Luc. Nigr. 5; oft in der Anth. μὴ γαῦρα φρυάσσου Mal. 22 (XII, 33); αὐχήν Iul. Aeg. 12 (Plan. 203); νέμεσις ἣ τὰ γαῦρ' ἐποπτεύει Babr. 43, 6; Sp. auch im guten Sinne, ehrwürdig, Scheu einflößend, D. Cass. 68, 31.

Greek (Liddell-Scott)

γαῦρος: -ον, καυχώμενος, ἐπαιρόμενος ἐπί τινι, βοστρύχοισι Ἀρχίλ. 52· ὄλβῳ Εὐρ. Ἱκέτ. 862· ἀπολ., ὑπερήφανος, σοβαρός, Εὐρ. Ἀποσπ. 786, Ἀριστοφ. Βατρ. 282· ἐπὶ καλῆς σημασίας, μεγαλοπρεπής, Δίων Κ. 68, 31· ― ἐπὶ μόσχου, εὐπτόητος, Θεόκρ. 11. 21· ― τὸ γαῦρον = γαυρότης, τὸ γ. ἐν φρεσὶν κεκτημένη Εὐρ. Ἱκέτ. 217. (Πρβλ. ἀγαυρός, καὶ περὶ τῆς ῥίζης ἴδε γαίω).

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 joyeux;
2 qui rayonne de joie ou d’orgueil, orgueilleux, fier ; τὰ γαῦρα, fierté, arrogance.
Étymologie: R. ΓαϜ se réjouir ; cf. γαίω et lat. gaudeo.

Spanish (DGE)

-ον
I de pers.
1 sent. neg. vanidoso, que se jacta βοστρύχοισι Archil.166.2
abs. arrogante, orgulloso, desdeñoso E.Fr.788.1, Ar.Ra.282, ὑψηλὸς ... καὶ γ. Plu.Demetr.28, γ. ... καὶ μετέωρος Luc.Nigr.5, cf. Iul.Caes.319d
subst. τὸ γ. orgullo, arrogancia τὸ γ. ἐν φρεσὶν κεκτημένοι E.Supp.217.
2 sent. posit. orgulloso ὄλβῳ E.Supp.862, τέχνᾳ IPr.268.2b.4 (II a.C.), σθέ(νει) Hell.2.140 (Dorileo, imper.), c. gen. μέλιτος ... πολυτρήτων ἀπὸ σίμβλων αὐχένα γαῦρον ἄειρε Nonn.D.13.256
abs. gallardo, exultante, Lyr.Adesp. en PAnt.121.1b.3, de Margites, D.Chr.67.5, de un mártir ante el tormento, Eus.MP 11.19, cf. Philostr.Im.2.18.3
de anim. arrogante, retozón μόσχω γαυροτέρα más retozona que un ternero Theoc.11.21, de un delfín, Opp.H.5.479, cf. A.R.4.1606
subst. τὸ γ. majestuosidad, gallardía Olymp.in Alc.226.20, ref. a Trajano, D.C.68.31.3
neutr. plu. como adv. μὴ γαῦρα φρυάσσου AP 12.33 (Mel.)
sup. de la forma más arrogante γαυρότατα ... εἰπεῖν Max.Tyr.1.7.
3 epít. frec. de efebos y atletas gallardo, magnífico, espléndido, IG 12(9).235 en Hell.1.128 (Eretria I a.C.), IG 12.Suppl.554.1 en Hell.1.128 (Eretria II d.C.), IG 7.545 (Tanagra).
II adv. -ως orgullosamente, arrogantemente, Gloss.2.261.

• Etimología: Gener. se rel. c. γάνυμαι, γαίω de *geH2- ‘alegrarse’ en grado ø y un suf. -ρος.

Greek Monolingual

(I)
ο
το ψάρι γαύρος, το χαψί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γλαύρος < γραύλος < γγραύλος < εγγραύλος, σχηματισμός κατά τα εις -ος ονόματα ιχθύων < εγγραύλεις, πληθ. του αρχ. ονόματος έγγραυλις «μικρό ψάρι». Κατ' άλλους, γαύρος < γλαύρος < γραύλος, α' συνθετικό του αμάρτ. βυζαντινού γραυλόπαστον (πρβλ. εγγραυλοπαστοφάγος (Πρόδρ.), δηλ. σχηματίστηκε κατ' απόσπαση από σύνθετο όπως σπανοπώγων > σπανός (πρβλ. γαμψός)].
(II)
ο
κοινή ονομασία του δέντρου Καρπίνος ο ανατολικός.
(III)
ο (AM γαῡρος, -ον)
ο καμαρωτός, ο περήφανος (α. «οὐδὲν γὰρ οὕτω γαῡρον ὡς ἀνὴρ ἔφυ» — δεν υπάρχει πιο αλαζονικό από τον άντρα, Ευρ.
β. «γαῡρος ὄλβῳ» — καμαρώνοντας για τα πλούτη του
νεοελλ.
1. ο σφοδρός, ο ασυγκράτητος («γαύρο το κύμα»)
2. (για βλάστηση) άφθονος («γαύρο χορτάρι»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γαύρος συνδέεται με τα γάνυμαι, γαίω, που εκφράζουν την έννοια της χαράς κ.λπ., ίσως και με το γηθέω καθώς επίσης με το μσν. ιρλ. gūαire «ευγενής». Εντούτοις η λ. γαύρος χρησιμοποιείται συχνά με κακή σημασία, δηλώνοντας την υπερηφάνεια, την αλαζονεία. Τέλος, πιθ. να έχει δεχθεί επίδραση από το αγαυός].

Russian (Dvoretsky)

γαῦρος:
1) ликующий, веселый, резвый (μόσχω γαυρότερος Theocr.; γ. καὶ ἱλαρός Plut.);
2) гордый, надменный, кичливый Arph., Plut., Luc.: ἥκιστα ὄλβῳ γ. ἦν Eur. он нисколько не кичился своим богатством.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: haughty, exulting in (Archil.).
Derivatives: γαύρηξ braggart (Alc.), γαυρότης exultation (Plu.). Denom. γαυριάω bear oneself proudly (Cratin.; cf. Schwyzer 732); γαυρόομαι id. (E.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Mostly connected with γάνυμαι, γαίω, but here there is no element pride. One cites further MIr. gúaire noble (< *gauri̯os?).

Middle Liddell

γαίω
exulting in a thing, c. dat., Eur.: absol. haughty, disdainful, Ar.; of a calf, skittish, Theocr.:— τὸ γ. = γαυρότης, Eur.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γαῦρος -ον trots (vaak blijkend uit demonstratief gedrag of houding):; ὡς γαῦρος wat is hij trots! Eur. Ph. 127; uitbundig, uitgelaten (van trots of blijdschap):; μόσχω γαυροτέρα uitgelatener dan een kalfje Theocr. 11.21; ongunstig arrogant, aanmatigend:; οὐδὲν... οὕτω γαῦρόν ἐσθ ’ ὡς Ἡρακλῆς niets is zo arrogant als Heracles Aristoph. Ran. 282; ὄλβῳ γαῦρος aanmatigend door zijn rijkdom Eur. Suppl. 862; γαῦρος ὑπὸ τῆς νίκης ἐπηρμένος over het paard getild door zijn overwinning Plut. Pyrrh. 28.5; subst.. τὸ γαῦρον arrogantie Eur. Suppl. 217.

Frisk Etymology German

γαῦρος: {gaũros}
Meaning: stolz, übermutig (Archil., E. usw., späte Prosa).
Derivative: Ableitungen: γαύραξ Prahler (Alk.), γαυρότης Übermut, Ausgelassenheit (Plu.). Denominative Verba: γαυριάω sich brüsten, stolz sein (Kratin., X., D. usw.; zur Bildung Schwyzer 732) mit γαυρίαμα (LXX, Phld. usw.); γαυρόομαι ib. (E., X. usw., -όω stolz machen Plu., D. C.) mit γαύρωμα (E., Aristid.).
Etymology : Zu γάνυμαι, γαίω, γηθέω (s. dd.). Eine r-Ableitung auch in mir. gūaire edel (aus *gauri̯os).
Page 1,292

English (Woodhouse)

γαῦρος = boastful, proud, puffed up

⇢ Look up "γαῦρος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)