Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γεγώνησις

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: γεγώνησις Medium diacritics: γεγώνησις Low diacritics: γεγώνησις Capitals: ΓΕΓΩΝΗΣΙΣ
Transliteration A: gegṓnēsis Transliteration B: gegōnēsis Transliteration C: gegonisis Beta Code: gegw/nhsis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A loud talking, hallooing, Plu.2.722f (pl.).

German (Pape)

[Seite 477] ἡ, das Rufen, Schreien, Plut. Symp. 8, 3, 6.

Greek (Liddell-Scott)

γεγώνησις: -εως, ἡ, μεγαλόφωνος ὁμιλία, τὸ μεγαλοφώνως κράζειν, Πλούτ. 2. 722F.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
cri, vocifération.
Étymologie: γεγωνέω.

Spanish (DGE)

-εως, ἡ vociferación Plu.2.722e.

Greek Monolingual

γεγώνησις, η (Α) γέγωνα
το να μιλά ή να φωνάζει κανείς δυνατά.

Russian (Dvoretsky)

γεγώνησις: εως ἡ крик Plut.