Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γελωτοποιός

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: γελωτοποιός Medium diacritics: γελωτοποιός Low diacritics: γελωτοποιός Capitals: ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ
Transliteration A: gelōtopoiós Transliteration B: gelōtopoios Transliteration C: gelotopoios Beta Code: gelwtopoio/s

English (LSJ)

όν,

   A exciting laughter, ridiculous, A.Fr.180.2; βωμολοχίαι Procop.Arc.9.    II as Subst., jester, buffoon, X.An.7.3.33, Smp.1.11, Pl.R.620c.    2 = βατράχιον 11 (because it produced a wry face), Ps.-Dsc.2.175.

German (Pape)

[Seite 480] Lachen erregend, Aesch. frg. bei Ath. I, 17 c; ὁ, Possenreißer, Plat. Rep. X, 620 c u. Folgde.

Greek (Liddell-Scott)

γελωτοποιός: -όν, τὸν γέλωτα κινῶν, γελοῖος, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 179· - ὡς οὐσιαστ., ὁ ποιῶν ἢ λέγων γελοῖα, Ξεν. Ἀν. 7. 3, 33, Συμπ. 1. 11, Πλάτ. Πολιτ. 620C.

French (Bailly abrégé)

ός, όν :
qui provoque le rire ; ὁ γελωτοποιός bouffon.
Étymologie: γέλως, ποιέω.

Spanish (DGE)

-όν
I que hace reir, cómico, βέλος γ., τὴν κάκοσμον οὐράνην dardo que provoca risa, el maloliente orinal A.Fr.180, ἄνδρες καὶ γυναῖκες D.C.45.28.2, βωμολοχίαι Procop.Arc.9.13, cf. Poll.9.149
frec. como subst. bufón, payaso ὁ γ. Θερσίτης Pl.R.620c, cf. D.Chr.32.99, Φίλιππος δ' ὁ γ. X.Smp.1.11, cf. An.7.3.33, D.Chr.66.27, Ath.130c, Luc.VH 2.18, Plu.2.18c, ὠρχεῖτο καὶ ὑπεκρίνετο μετὰ τῶν γελωτοποιῶν danzaba y actuaba con los bufones Plb.30.26.8, γελωτοποιῷ τινι Plu.2.60b, cf. 401c, ὑπάρχων δὲ καὶ φύσει γ. καὶ μῖμος D.S.20.63, cf. Artem.1.76, D.C.77.24.2, μουσουργοὶ καὶ γελωτοποιοί Luc.Gall.11.
II subst. ὁ γ.
1 autor de mimos Σώφρων Anon.Prol.3.14.
2 bot. ranúnculo Ps.Dsc.2.175.

Greek Monolingual

ο (AM) γελωτοποιός, ο, Α και ως επίθ. γελωτοποιός, -όν)
ως ουσ. (για πρόσωπα) αυτός που έχει ως επάγγελμα την ψυχαγωγία τών άλλων με το γέλιο που προκαλούν οι κωμικές του κινήσεις, πράξεις ή μορφασμοί
αρχ.
ως επίθ.
1. αυτός που προκαλεί το γέλιο, ο αστείος.
2. ονομασία του φυτού βατράχιον, αγριοσέλινο.

Greek Monotonic

γελωτοποιός: -όν (ποιέω), αυτός που προκαλεί, διεγείρει το γέλιο· ως ουσ., χωρατατζής, παλιάτσος, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

γελωτοποιός: II ὁ шутник, балагур, шут Xen., Plat., Polyb., Plut., Diod.
возбуждающий смех, смехотворный Aesch.

Middle Liddell

γέλως, ποιέω
exciting laughter: as Subst. a jester, buffoon, Xen.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γελωτοποιός -όν γέλως, ποιέω lachwekkend: subst. grappenmaker.