Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γερατειά

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και γηρατειά, τα και γερατειό και γεράτειο και γηρατειό, το (Μ γερατειό και γηρατεῑον, το)
η γεροντική ηλικία, τα γεράματα
μσν.
1. ο γέρος
2. το γέρικο κορμί.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γερατειά < γερατεία, αναλογικός σχηματισμός προς το πρωτεία, < γέρα
κατ' άλλους γερατειά < γήρατα, πληθ. του γήρας].