Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γηθόσυνος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: γηθόσυνος Medium diacritics: γηθόσυνος Low diacritics: γηθόσυνος Capitals: ΓΗΘΟΣΥΝΟΣ
Transliteration A: gēthósynos Transliteration B: gēthosynos Transliteration C: githosynos Beta Code: ghqo/sunos

English (LSJ)

η, ον, also ος, ον Orph.H.27.14, AP6.235 (Thall.):—

   A joyful, glad, Il.7.122; χάρμῃ 13.82. Adv. -νως Hp.Ep.17, Suid.

Greek (Liddell-Scott)

γηθόσυνος: -η, -ον, ὡσαύτως ος, ον, Ἀνθ. II. 6. 235·― πλήρης χαρᾶς, φαιδρός, Ἰλ. Η. 122· τινι, διά τι πρᾶγμα, Ν. 82. ― Ἐπίρ. –νως Ἱππ. Ἐπ. 1285. 46, Σουΐδ.

French (Bailly abrégé)

η ou ος, ον :
joyeux, content.
Étymologie: γῆθος.

English (Autenrieth)

glad.

Spanish (DGE)

(γηθόσῠνος) -η, -ον

• Morfología: [tb. -ος, -ον Orph.H.27.14, AP 6.235 (Thallus)]
gozoso, contento de pers. gener. pred. γηθόσυνοι θεράποντες ... τεύχε' ἕλοντο Il.7.122, ὤρνυτ' Ἰήσων γ. A.R.1.350, ἔρχεο γ. Orph.l.c., cf. L.4, Q.S.2.103, 4.207, 6.69, c. ac. de rel. Ἀτρεΐδης δὲ παρῴχετο γ. κῆρ Il.4.272, cf. 18.557
c. dat. contento de, que disfruta con χάρμῃ Il.13.82, ξείνῳ A.R.1.784, γυμνασίου σκιερῷ ... δαπέδῳ IMEG 62.4 (ptol.)
no ref. a pers. feliz, alegre ταῦτ' ἔχω σοι ... φράζειν γηθόσυνα πάνυ Hp.Ep.17.10, γηθοσύνους λοιβὰς σπένδομεν AP l.c.

Greek Monolingual

γηθόσυνος, -η, -ον και -ος, -ον (Α)
χαρούμενος, ευχαριστημένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γηθέω, ενώ κατ' άλλους < γήθος (βλ. γηθοσύνη)].

Greek Monotonic

γηθόσυνος: -η, -ον και -ος, -ον (γηθέω), χαρμόσυνος, ευτυχής, πρόσχαρος, χαρούμενος με κάτι· με δοτ., σε Ομήρ. Ιλ.· απόλ., στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

γηθόσῠνος: и 2 радостный, веселый Hom., Plut., Anth.

Middle Liddell

γηθέω
joyful, glad at a thing, c. dat., Il.; absol., Il.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γηθόσυνος -η -ον en -ος -ον γηθέω blij.