Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλαγοπήξ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: γλᾰγοπήξ Medium diacritics: γλαγοπήξ Low diacritics: γλαγοπήξ Capitals: ΓΛΑΓΟΠΗΞ
Transliteration A: glagopḗx Transliteration B: glagopēx Transliteration C: glagopiks Beta Code: glagoph/c

English (LSJ)

ῆγος, ὁ, ἡ,

   A curdling milk, γαυλοὶ γ. bowls for the purpose, AP6.35 (Leon.).

Greek (Liddell-Scott)

γλᾰγοπήξ: ῆγος, ὁ, ἡ, ὁ τὸ γάλα πηγνύων, γαυλοὶ γλ., ἀγγεῖα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, Ἀνθ. Π. 6. 35.

French (Bailly abrégé)

ῆγος (ὁ, ἡ)
qui fait cailler le lait.
Étymologie: γλάγος, πήγνυμι.

Spanish (DGE)

(γλᾰγοπήξ) -ῆγος que hace cuajar la leche γαυλοί AP 6.35 (Leon.).

Greek Monolingual

γλαγοπήζ (-ῆγος), ο, η
(Α) αυτός που χρησιμοποιείται για την πήξη του γάλακτος («γαυλοὶ γλαγοπῆγες»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < γλάγος + -πηξ < πήγνυμι (πρβλ. αντίπηξ, διάπηξ, επίπηξ κ.ά.)].

Greek Monotonic

γλᾰγοπήξ: -ῆγος, ὁ, ἡ (πήγνυμι), αυτός που πήζει το γάλα, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

γλᾰγοπήξ: πῆγος adj. служащий для свертывания молока (γαυλοί Anth.).

Middle Liddell

πήγνυμι
curdling milk, Anth.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γλαγοπήξ -ῆγος γλάγος, πήγνυμι wat melk stremt, als adj. om melk in te stremmen. AP 6.35.5.