Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλαῦκος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: γλαῦκος Medium diacritics: γλαῦκος Low diacritics: γλαύκος Capitals: ΓΛΑΥΚΟΣ
Transliteration A: glaûkos Transliteration B: glaukos Transliteration C: glaykos Beta Code: glau=kos

English (LSJ)

ὁ, an eatable

   A fish of grey colour, Epich.49,50, Cratin.161, Antiph.7.6, Arist.HA607b27, Numen. ap. Ath.7.295c, etc.    II as pr. n., esp. of a Chian inventor: hence prov., οὐχ ἡ Γλαύκου τέχνη, c. inf., 'it does not need a genius to… ', Pl.Phd.108d, etc.

Greek (Liddell-Scott)

γλαῦκος: ὁ, ἰχθὺς ἐδώδιμος χρῶμα ἔχων φαιόν, Ἐπίχ. 55 Ahr., Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 8. 30, 5, Κωμικοὶ παρ’ Ἀθην. 295. ΙΙ. παρ’ Ὁμ. ὡς κύρ. ὄνομα Λυκίου τινὸς ἥρωος· παροιμ. Γλαύκου τέχνη, μαγικὴ τέχνη, Πλάτ. Φαίδωνι 108D.

Greek Monolingual

ο (Α γλαῡκος)
νεοελλ.
ονομασία γαστερόποδου με γλαυκό χρώμα
αρχ.
1. ψάρι με γλαυκό χρώμα
2. (φρ). «γλαύκου τέχνη» — μαγική τέχνη, μεγάλη ανακάλυψη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γλαυκός. Το ψάρι γλαύκος πήρε αυτή την ονομασία από το χρώμα του].

Russian (Dvoretsky)

γλαῦκος: ὁ рыба горбыль (Sciaena umbra) или сциена-орел (Sciaena aqaila) Arst.