Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γνωματεύω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: γνωμᾰτεύω Medium diacritics: γνωματεύω Low diacritics: γνωματεύω Capitals: ΓΝΩΜΑΤΕΥΩ
Transliteration A: gnōmateúō Transliteration B: gnōmateuō Transliteration C: gnomateyo Beta Code: gnwmateu/w

English (LSJ)

   A discriminate, discern, σκιὰς γ. Pl.R.516e (v. γνωμονεύω), cf. Philostr. VA2.30, Plot.5.8.11, v.l. in S.E.M.7.332; τὰ βουλεύματα τῶν πολεμίων Agath.1.14; γ. πήχει καὶ μέτρῳ τὴν ἀρετήν Them.Or.2.36b: abs., exercise discrimination, Plot.5.8.11; decide, c. acc. et inf., Men. Prot.p.47 D.

German (Pape)

[Seite 498] erproben, beurtheilen, Plat. Rep. VII, 516 e; σκιάς, die Schatten auf der Sonnenuhr abmessen u. beurtheilen, Tim. erkl. διακρίνειν. So Sp.; ein Urtheil aussprechen, Eust.

Greek (Liddell-Scott)

γνωμᾰτεύω: σχηματίζω περί τινος γνώμην, διακρίνω τι, σκιὰς γν. Πλάτ. Πολ. 516Ε· γν. τινί τι, μετρῶ τι δι’ ἑτέρου, Θεμίστ. 36Β· γν. τινά, εἰ… ὁ αὐτ. 32C. ΙΙ. ὁμιλῶ μὲ γνωμικὰ ἀποφθέγματα, Εὐστ. 388. 4.

Spanish (DGE)

1 distinguir c. ac. τὰς ... σκιὰς ἐκείνας Pl.R.516e, τὸ δὲ διαστηματικὸν ἀριθμητικὴ γνωματεύουσα Aristid.Quint.101.5, πήχει καὶ μέτρῳ γνωματεύοντες τὴν ἀρετήν Them.Or.2.36b
averiguar, descubrir τὰ βουλεύματα τῶν πολεμίων Agath.1.14.4
abs. formarse una opinión πολλὰ δ' ἐν ὀφρύσι καὶ παρειαῖς κεῖται γνωματεύειν τε καὶ θεωρεῖν y muchos detalles hay en las cejas y en las mejillas para formar un juicio y valoración Philostr.VA 2.30, μετὰ τοῦ ζητεῖν γνωματεύειν αὐτόν Plot.5.8.11.
2 decidir c. inf. κατασκάψαι τὴν πόλιν ... δεῖν ἐγνωμάτευσεν D.C.Epit.9.30.7, c. complet. ἐγνωμάτευσε ... ὅπως τὰ ἡμαρτημένα εὖ διαθείη Men.Prot.9.2.13, c. adv. ἔνθα καὶ γνωματεύει ὁ βασιλεὺς οὕτως Eust.388.45.

Greek Monolingual

(AM γνωματεύω) γνώμα
νεοελλ.
εκφράζω γνώμη ως ειδικός
μσν.
εκφράζομαι με γνωμικά
αρχ.
1. διαφοροποιώ, διακρίνω
2. αποφασίζω.

Greek Monotonic

γνωμᾰτεύω: (γνῶμα), μέλ. -σω, διαμορφώνω αντίληψη, σχηματίζω γνώμη για κάτι, βλέπω ευκρινώς, διακρίνω κάτι, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

γνωμᾰτεύω: судить, разбирать, исследовать (τι Plat., Sext.).

Middle Liddell

γνῶμα
to form a judgment of, discern, Plat.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γνωματεύω γνῶμα onderscheiden, beoordelen.