Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γοητικός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: γοητικός Medium diacritics: γοητικός Low diacritics: γοητικός Capitals: ΓΟΗΤΙΚΟΣ
Transliteration A: goētikós Transliteration B: goētikos Transliteration C: goitikos Beta Code: gohtiko/s

English (LSJ)

ή, όν, (γόης)

   A skilled in witchcraft, juggling, ἡ γ. μαγεία Arist.Fr.36. Adv. -κῶς Poll.4.51:—pecul. fem. γοῆτις μορφή bewitching, AP12.192 (Strat.). γοητός (sic) is prob.f.l.for foreg.in PHib.52.18 (iii B. C.).

German (Pape)

[Seite 500] zur Zauberei gehörig, gauklerisch, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

γοητικός: -ή, -όν, (γόης) ἔμπειρος εἰς μαγικὰ τεχνάσματα, ἡ γ. μαγεία Ἀριστ. Ἀποσπ. 31· μαντεία Διογ. Λ. προοιμ. 8.― Ἐπίρρ.–κῶς Πολυδ. Δ΄, 51·― ἰδιότροπ. θηλ. γοῆτις μορφή, μαγεύουσα, θέλγουσα, Ἀνθ. Π. 12. 192.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
1 embrujador, que hace hechizos ἡ γ. μαγεία Arist.Fr.36.
2 engañoso λόγοι Aq.Pr.26.22, cf. Hsch.

Greek Monolingual

γοητικός, -ή, -όν (AM) γόης
ο ικανός να γοητεύει, να μαγεύει.

Greek Monotonic

γοητικός: -ή, -όν (γοάω), έμπειρος σε μαγικά τεχνάσματα, θελκτικός, σαγηνευτικός· θηλ. γοῆτις, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

γοητικός: колдовской (μαγεία Arst.; μαντεία Diog. L.).

Middle Liddell

γοάω
bewitching.