Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γουργούρισμα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το γουργουρίζω
1. (για τα στενόλαιμα αγγεία) ιδιόρρυθμος ήχος κατά το άδειασμα του νερού
2. (για τα έντερα) ιδιόρρυθμος ήχος λόγω της μετακινήσεως τών αερίων.