Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυιαλκής

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: γυιαλκής Medium diacritics: γυιαλκής Low diacritics: γυιαλκής Capitals: ΓΥΙΑΛΚΗΣ
Transliteration A: gyialkḗs Transliteration B: guialkēs Transliteration C: gyialkis Beta Code: guialkh/s

English (LSJ)

ές,

   A strong of limb, σώματα B.8.38, cf. 11.8; ἥβη Opp.H.5.465; παλαισμοσύνη ib.2.277.

German (Pape)

[Seite 508] ές, gliederstark, ἥβη Opp. H. 5, 465; παλαισμοσύνη 2, 277; παλαισμοσύνης νίκη Nonn. D. 10, 384.

Greek (Liddell-Scott)

γυιαλκής: -ές, ἰσχυρὸς τὰ μέλη, ἥβη Ὀππ. Ἁλ. 2. 277· παλαισμοσύνη αὐτόθι 5. 465.

Spanish (DGE)

-ές
1 de fuertes miembros, vigoroso σώματα B.9.38, ἥβη Opp.H.5.465.
2 que exige fuertes miembros μουνοπάλα B.12.8, παλαισμοσύνη Opp.H.2.277, cf. Nonn.D.10.383.

Greek Monolingual

γυιαλκής, -ές (Α)
με δύναμη στα μέλη του σώματος («γυιαλκὴς ἥβη, παλαισμοσύνη κ.λπ.»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < γυίον + -αλκής < αλκή «δύναμη» (πρβλ. αναλκής, αρισταλκής, ετεραλκής)].

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γυιαλκής -ές [γυῖον, ἀλκή] sterk van lijf en leden.