Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυιοῦχος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: γυιοῦχος Medium diacritics: γυιοῦχος Low diacritics: γυιούχος Capitals: ΓΥΙΟΥΧΟΣ
Transliteration A: gyioûchos Transliteration B: guiouchos Transliteration C: gyioychos Beta Code: guiou=xos

English (LSJ)

ον,

   A fettering the limbs, Lyc.1076.

Greek (Liddell-Scott)

γυιοῦχος: -ον, ὁ συνδέων, συνέχων τὰ μέλη καὶ παρακωλύων τὴν κίνησιν αὐτῶν, Λυκόφρ. 1076.

Spanish (DGE)

-ον que encadena los miembros πέδαι Lyc.1076.

Greek Monolingual

γυιοῡχος, -ον (Α)
αυτός που δεσμεύει τα μέλη του σώματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γυῑα (πρβλ. γυῑον) + -ουχος < έχω).