Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυλιός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: γυλιός Medium diacritics: γυλιός Low diacritics: γυλιός Capitals: ΓΥΛΙΟΣ
Transliteration A: gyliós Transliteration B: gylios Transliteration C: gylios Beta Code: gulio/s

English (LSJ)

(AB228, EM244.21; also γύλιος, γύλλιον, Hsch.), ὁ,

   A long-shaped wallet, Ar.Ach.1097, Pax527 (ubiv. Sch.), Critias 34D., Philem.35, IG4.951.80 (Epid.), Lib.Decl.33.41.    II hedgehog, Sophr.73.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
c. γύλιος.

Spanish (DGE)

(γῠλιός) -οῦ, ὁ

• Alolema(s): γύλιος Sophr.81, Lib.Decl.33.41, EM 244.26G.; γύλλιος Hsch.
1 bolsa de mimbre trenzado Hsch.
esp. usada por los soldados en campaña macuto, petate φέρ' ἔξω δεῦρο τὸν γυλιὸν ἐμοί Ar.Ach.1097, γ. στρατιωτικός Ar.Pax 527, cf. Critias B 34, Philem.35, IG 42.121.80 (Epidauro IV a.C.), Poll.10.146, Hsch., Lib.l.c., Sch.Ar.Pax.527, AB 228.29, EM 244.21G.
fig. de Heracles ὁ Γ. el macuto, el petate Hsch., Theognost.Can.p.19.15, EM 244.26G.
2 puercoespín Ἡράκλεις, πνίγεις γύλιον τύ Sophr.l.c., cf. Sch.Ar.Pax 527, EM 244.26G. • DMic.: ki-u-ro-i (?).

Greek Monolingual

ο (AM γυλιός και γυλιός)
στρατιωτικός σάκος για τη φύλαξη ατομικών ειδών, τροφίμων κ.λπ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. συνδέεται με γερμανικές λέξεις με διαφορετική μεταπτωτική βαθμίδα ρίζας (πρβλ. αρχ. άνω γερμ. kiulla «σάκος», αρχ. νορβ. kyll «σάκος, τσάντα για τη φύλαξη τροφίμων»). Δεν αποκλείεται και κάποια σχέση με το γύαλον].

Greek Monotonic

γυλιός: (καιγύλιος, οήγύλλιον, το) ὁ, μακρόστενος στρατιωτικός σάκος, σε Αριστοφ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γυλιός -οῦ, ὁ [~ γύαλον?] langwerpige rugzak, ransel.

Etymological

(γύλιος)
Grammatical information: m.
Meaning: knapsack (Ar.); also an animal, hedgehog? (Sophr. 73; s. also sch. Ar. Pax 527).
Derivatives: Also γύλλιον ἀγγεῖον πλεκτόν H., and the fish names γυλλίσκοι ἰχθύες ποιοί H., γυλάριον = μυξῖνος (sch. Opp. H. 1, 111). The gloss γυλλάς εἶδος ποτηρίου, παρὰ Μακεδόσιν H.will be a mistake for γυάλας (s.v. γύαλον).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. One compared ONo. kýll bag for victuals, OHG kiulla bag <*keula-, s. . W.-Hofmann s. vola. Futher to γύαλον? - Fur. 120 compares γυλάριον with κύλλαρος (s.v.)