Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυμνασία

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: γυμνᾰσία Medium diacritics: γυμνασία Low diacritics: γυμνασία Capitals: ΓΥΜΝΑΣΙΑ
Transliteration A: gymnasía Transliteration B: gymnasia Transliteration C: gymnasia Beta Code: gumnasi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A right to use γυμνάσιον, Arist.Pol.1297a17 (s.v.l.); exercise, σωματικὴ γ. 1 Ep.Ti.4.8: pl., IG22.1006.65, SIG1073.19 (Olympia, ii A. D.); of military exercises, ἡ ἐν τοῖς ὅπλοις γ. Plb.4.7.6; generally, struggle, Str.3.2.7; αἱ καθ' ἡμέραν γ. lessons, D.H.Comp.20: metaph. of mental exercise, Iamb.Comm.Math.24; freq. of disputation, Pl.Tht.169c, Arist. Top.101a27, al.; training, γ. πρὸς τὰς πολιτικὰς πράξεις Plb.1.1.2.    2 Rhet., practice: hence, arrangement, disposition, τοῦ διηγήματος Theo Prog.4, cf. Aphth.Prog.6.

German (Pape)

[Seite 509] ἡ, Uebung, Plat. Parm. 135 d u. öfter; ἡ περὶ ταῦτα γ. Theaet. 169 c; ἡ ἐν ὅπλοις Pol. 4, 7, 6; vgl. 10, 20, 1 u. a. Sp.; von der rhetorischen Uebung Arist. Top. 8, 5; παιδεία καὶ γ. πρὸς τὰς πολιτικὰς πράξεις Pol. 1, 1, 2; γυμνασίας ποιεῖσθαι Plat. Legg. VIII, 830 d.

Greek (Liddell-Scott)

γυμνασία: ἡ, = γύμνασις, ἄσκησις, Πλάτ. Θεαιτ. 169C, Ἀριστ. Πολ. 4. 13, 1, κ. ἀλλ.· ἄσκησις διαλεκτικὴ ἢ ρητορική, ὁ αὐτ. Τοπ. 1. 2, 1·- σωματικὴ γ. Α' Ἐπ. Τιμ. δ', 8.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
exercice.
Étymologie: γυμνάζω.

English (Strong)

from γυμνάζω; training, i.e. (figuratively) asceticism: exercise.

English (Thayer)

γυμνασιας, ἡ (γυμνάζω);
a. properly, the exercise of the body in the palaestra.
b. any exercise whatever: σωματική γυμνασία, the exercise of conscientiousness relative to the body, such as is characteristic of ascetics and consists in abstinence from matrimony and certain kinds of food, Plato, legg. i., p. 648c. down.)

Greek Monolingual

γυμνασία, η (AM)
άσκηση, εξάσκηση
αρχ.
1. δικαίωμα για χρησιμοποίηση του γυμνασίου
2. στρατιωτική άσκηση
3. αγώνας
4. μάθημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γυμνάζομαι (πρβλ. εργασία < εργάζομαι)].

Greek Monotonic

γυμνᾰσία: ἡ = γύμνασις, άσκηση, σε Καινή Διαθήκη

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γυμνασία -ας, ἡ [γυμνάζω] oefening, training (lichamelijk en geestelijk).

Russian (Dvoretsky)

γυμνᾰσία: ἡ упражнение, практическое учение, практика (περί τι Plat., Arst., ἔν τινι и πρός τι Polyb.).

Middle Liddell

= γύμνασις
exercise, NTest.