Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυναικωνῖτις

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: γῠναικωνῖτις Medium diacritics: γυναικωνῖτις Low diacritics: γυναικωνίτις Capitals: ΓΥΝΑΙΚΩΝΙΤΙΣ
Transliteration A: gynaikōnîtis Transliteration B: gynaikōnitis Transliteration C: gynaikonitis Beta Code: gunaikwni=tis

English (LSJ)

ιδος, ἡ,

   A women's apartments in a house, opp. ἀνδρών (cf. γυναικών), Lys.1.9, Men.519, Ph.1.107, etc.; harem of an eastern prince, i.e. the women, Plu.Cat.Mi.30,2.819d; at Jerusalem, the women's court in the Temple, J.BJ5.5.2.    2 as Adj., ἡ γ. αὐλή the court of the women's apartments, D.S.17.50; ἑστία Ph.1.312.

German (Pape)

[Seite 511] ιδος, ἡ, dasselbe, Lys. 1, 9. 3, 6 u. sonst; αὐλή D. Sic. 17, 50; die Weiberschaar, Harem, Plut. de Herod. mal. 35 Cat. min. 30.

Greek (Liddell-Scott)

γῠναικωνῖτις: -ιδος, ἡ, τὸ διὰ τὰς γυναῖκας ὡρισμένον μέρος τῆς οἰκίας, ἀντίθ. τῷ ἀνδρὼν (πρβλ. γυναικών), Λυσ. 92. 28., 97. 1, Μένανδ. Ψευδ. 2· ἴδε Λεξ. Ἀρχαιοτήτων ἐν λ. domus·― αἱ γυναῖκες τῶν ἡγεμόνων τῆς Ἀνατολῆς, τὸ «χαρέμι» τουρκιστί, Πλούτ. Κάτωνι Νεωτ. 30., 2. 819D·― ὡς ἐπίθ., ἡ γ. αὐλή, ἡ αὐλὴ τοῦ διαμερίσματος τῶν γυναικῶν, Διόδ. 17. 50.

French (Bailly abrégé)

ιδος (ἡ) :
1 appartement des femmes, gynécée;
2 l’ensemble des femmes d’un prince d’Orient, càd les femmes, le harem.
Étymologie: γυναικών.

Spanish (DGE)

(γῠναικωνῖτις) -ιδος, ἡ

• Alolema(s): -ονῖτις Thdt.H.Rel.9.12.4
I subst.
1 gineceo, lugar de la casa reservado a las mujeres Lys.1.9, Men.Fr.452, IG 11(2).161A.17, 224A.20, ID 290.26 (todas Delos III a.C.), Ph.1.107, 683, Longin.32.5, Theo Prog.105.5, Nepos proem.7, Vitrub.6.7.2, D.Chr.62.6, Plu.2.145b, 465d, 755f, Luc.Gall.11, Rh.Pr.23, Pseudol.28, Polyaen.8.48, Erot.Fr.Pap.Nin.A.137, Charito 6.1.7, Aristaenet.1.19.66, Philostr.Her.59.16, Hsch.
en el templo de Jerusalén patio de las mujeres μία ... πύλη ... δι' ἧς εἰς γυναικωνῖτιν εἰσῆγον I.BI 5.199, cf. 204
en Santa Sofía parte del templo reservada a las mujeres Procop.Aed.1.1.58.
2 mujeres que formaban parte del gineceo, o simplemente conjunto de mujeres, mujerío λέγε ... ὡς Κάτων οὐκ ἔστι διὰ τῆς γυναικωνίτιδος ἁλώσιμος contesta que Catón no es sobornable por medio de un gineceo Plu.Cat.Mi.30, cf. Caes.9, 2.819d, μετὰ τῆς γυναικωνίτιδος ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας ἐστράτευσαν Plu.2.868a, cf. Gell.17.21.33, τὴν γυναικωνῖτιν ὕμνησε ref. al Catálogo de Mujeres de Hesíodo, D.Chr.2.14, cf. I.AI 17.33, 41, 19.130, Gal.9.657, Luc.Am.28, Artem.2.10
tard. comunidad religiosa femenina de un convento, Thdt.H.Rel.l.c., Clem.Al.Strom.1.13.57
población femenina ἡ γ. ἡ Περσῶν ἀμέριμνος ἦν Charito 5.4.2.
3 taller de tejedoras ἰέναι ... εἰς τὴν γυναικωνῖτιν ἢ τὸ σκυτεῖον ἢ τὸ κναφεῖον Cels.Phil.3.55.
II adj. de las mujeres ἡ γ. αὐλή el patio de las mujeres D.S.17.50, (χορὸς) τῆς γυναικωνίτιδος ἑστίας el coro procedente de la sede de las mujeres en una visión celeste, Ph.1.312, ἡ γ. ἐργάνη el trabajo de las mujeres ref. al telar, Clem.Al.Paed.3.4.27
despect. ἡ γ. ... φάλαγξ tropa mujeril de eunucos, Anón. en Sud.s.u. y s.u. Θλαδίας.

Greek Monotonic

γῠναικωνῖτις: -ιδος, ἡ, το γυναικείο διαμέρισμα ως μέρος μιας οικίας, αντίθ. προς το ἀνδρῶν (πρβλ. γυναικών), σε Λυσ.· οι γυναίκες του χαρεμιού, σε Πλούτ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γυναικωνῖτις -ιδος, ἡ [γυναικών] acc. -ιν vrouwenvertrek. post-klass. harem.

Russian (Dvoretsky)

γῠναικωνῖτις: ιδος adj. f предназначенная для женщин, женская (αὐλή Diod.).
ιδος ἡ
1) Lys., Luc., Plut. = γυναικηΐη;
2) перен. женщины (как члены семьи) (Κάτων οὐκ ἔστι διὰ τῆς γυναικωνίτιδος ἁλώσιμος Plut.).

Middle Liddell


the women's apartments in a house, opp. to ἀνδρών (cf. γυναικών), Lys.:— the women of the harem, Plut.