Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δάσκαλος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

και διδάσκαλος, ο (θηλ. δασκάλα και δασκάλισσα και διδασκάλισσα, η) (AM διδάσκαλος, ο, η)
1. όποιος έχει ως επάγγελμα να διδάσκει άλλους, κυρίως τις πρώτες, απαραίτητες γνώσεις
2. αυτός που διδάσκει και προκαλεί αλλαγές («ο πόλεμος... βίαιος διδάσκαλος...» — ο πόλεμος διδάσκει με βίαιο τρόπο, Θουκ.)
3. εκείνος που έχει εκπαιδεύσει ή εισαγάγει κάποιον στη μέθοδο επιστήμης ή τέχνης
νεοελλ.
1. ο δημοδιδάσκαλος, ο δάσκαλος για τη στοιχειώδη εκπαίδευση
2. ειρων. σχολαστικός, στενοκέφαλος
3. φρ. α) «διδάσκαλοι του γένους» — διακεκριμένοι λόγιοι που έζησαν και έδρασαν κυρίως πριν την Επανάσταση του 1821, οι οποίοι συνέβαλαν στη διάδοση της παιδείας
β) «πάει στον δάσκαλο» — μαθαίνει γράμματα, πηγαίνει στο σχολείο
γ) «δάσκαλος απ' τα δώδεκα σκαμνιά» — πολύ μορφωμένος
δ) «απ' τ' αφτί και στον δάσκαλο» — χωρίς καθυστέρηση και με χρησιμοποίηση βίας ή πειθαναγκασμού
ε) «βρήκε τον δάσκαλο του» — αντιμετώπισε πλέον κάποιον ικανότερο του
στ) «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις» — για όσους δεν τηρούν οι ίδιοι όσα συμβουλεύουν στους άλλους
αρχ.-μσν.
κήρυκας του θείου λόγου, ιεροκήρυκας
μσν.
φρ.
1. «διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης» ή «οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι» — οι Τρεις Ιεράρχες Βασίλειος, Γρηγόριος και Χρυσόστομος και μερικές φορές ο Κύριλλος Αλεξανδρείας
2. «οἰκουμενικὸς διδάσκαλος» — ο επικεφαλής τών καθηγητών του Πανδιδακτηρίου της Κωνσταντινουπόλεως
αρχ.
1. ο δάσκαλος, ο χορογράφος του χορού στον διθύραμβο ή στο δράμα
2. εκκλησιαστικό αξίωμα κατά τους αποστολικούς χρόνους
3. φρ. α) «ἐν διδασκάλων» — στο σχολείο
β) «εἰς διδασκάλου φοιτῶ» — πηγαίνω στο σχολείο
γ) «διδασκάλων άπαλλάττομαι» — αφήνω το σχολείο, αποφοιτώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. διδάσκαλος < διδάσκω + (επίθημα) -αλος. Ο τ. δάσκαλος είτε < διδάσκαλος με αποβολή του -ι- και απλοποίηση τών δύο -δ- είτε με ανομοιωτική αποβολή (απλολογία) της συλλαβής δι- (πρβλ. διαβάζω).
ΠΑΡ. διδασκαλείο(ν), διδασκαλία, διδασκαλικός
αρχ.
διδασκάλιον
νεοελλ.
δασκάλαινα, δασκαλάκι, δασκαλίστικος, δασκαλίτσα, δασκαλόπουλο, δασκαλοσύνη, δασκαλούδι.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) νεοελλ. δασκαλοπαίδι, δασκαλοφέρνω. (Β' συνθετικό) γραμματοδιδάσκαλος, ιεροδιδάσκαλος, νομοδιδάσκαλος, οπλοδιδάσκαλος, χαμαιδιδάσκαλος, χοροδιδάσκαλος, ψευδοδιδάσκαλος
αρχ.
αντιδιδάσκαλος, ασωτοδιδάσκαλος, γεροντοδιδάσκαλος, διθυραμδοδιδάσκαλος, δουλοδιδάσκαλος, ερωτοδιδάσκαλος, καλοδιδάσκαλος, κυκλιοδιδάσκαλος, κωμωδοδιδάσκαλος, λογοδιδάσκαλος, ορχηστοδιδάσκαλος, παιδοδιδάσκαλος, ποιητοδιδάσκαλος, πονηροδιδάσκαλος, πορνοδιδάσκαλος, τραγωδοδιδάσκαλος, τυραννοδιδάσκαλος, υμνοδιδάσκαλος, υποδιδάσκαλος
νεοελλ.
δημοδιδάσκαλος, ελληνοδιδάσκαλος, ηθικοδιδάσκαλος, κακοδιδάσκαλος, καψοδάσκαλος, μουσικοδιδάσκαλος, ξιφοδιδάσκαλος, οικοδιδάσκαλος, πρωτοδάσκαλος, φτωχοδάσκαλος, ψευτοδάσκαλος].