Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δέηση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (AM δέησις)
προσευχή, παράκληση που απευθύνεται στον Θεό (α. «Σάρρα, άμε, κάμε προσευκή, δέηση στο Θεό μας», Θυσ. Αβραάμ
β. «δέησιν ποιεῑσθαι», ΚΔ)
αρχ.-μσν.
η παράκληση, το να παρακαλεί κάποιος για κάτι
μσν.
1. το «τρίμορφον» — παράσταση στην οποία εικονίζεται ένθρονος ο Χριστός, ενώ στέκονται δεξιά και αριστερά με χέρια υψωμένα, σε στάση ικεσίας, η Θεοτόκος και ο Πρόδρομος
2. η αναθηματική επιγραφή σε εικόνα ή άλλο αφιέρωμαδέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῡ...»)
3. αίτηση ή γραπτή παράκληση
4. φρ. «ὁ ἐπὶ τῶν δεήσεων» — αξιωματούχος της βυζαντινής αυλής στον οποίο παρέπεμπαν αιτήσεις ή αναφορές που απευθύνονταν στον αυτοκράτορα
αρχ.
ανάγκη, χρεία («κατὰ τὰς δεήσεις» — σύμφωνα με τις ανάγκες τους).
[ΕΤΥΜΟΛ. < δέω, δέομαι «χρειάζομαι, ζητώ, παρακαλώ»].